Της Ειρήνης Βουτσά, Εικαστικής Ψυχοθεραπεύτριας
Παρόλο που οι νέοι άνθρωποι εκφράζουν από νωρίς τις προτιμήσεις τους στον επαγγελματικό τους προσανατολισμό, το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή φαίνεται να είναι μιαν επιλογή, η οποία αποφασίζεται μάλλον αργότερα στη ζωή κάποιου επαγγελματία. Σε έναν βαθμό, η επιλογή της συγκεκριμένης εκπαίδευσης μοιάζει να σχετίζεται με κοινωνικούς και προσωπικούς παράγοντες.
Στην κουλτούρα μας, αιωρείται η αντίληψη πως οι ψυχοθεραπευτές ‘θα πρέπει’ να είναι δυνατοί και χρειάζεται να κάνουν προσπάθεια να αποκρύψουν τις προσωπικές, δυσάρεστες εμπειρίες. Μοιάζει να υπάρχει ένας άγραφος κανόνας στην αντίληψη του κοινού, με βάση τον οποίο δεν επιτρέπεται να έχουν κατάθλιψη, να είναι αγχώδεις, δειλοί ή αδύναμοι. Η δυτική κουλτούρα φαίνεται να επιβάλλει μια εικόνα ψυχικής υγείας.
Ωστόσο, κάπου μέσα σε αυτήν την σύγχυση, μοιάζει να υπάρχει με έναν τρόπο μια άλλη αλήθεια. Το να είσαι ψυχοθεραπευτής περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από κατακτημένες γνώσεις και δεξιότητες. Εμπλέκει τη μετάβαση στον τρόπο με τον οποίο ‘βλέπει’ κανείς τον εαυτό του.
Το ποιος είναι ένας ψυχοθεραπευτής ως άτομο, είναι άμεσα συνδεδεμένο με το ποιος είναι ως θεραπευτής. Άλλωστε, εμείς οι ψυχοθεραπευτές, γνωρίζουμε ότι το πιο βασικό κλινικό και θεμελιακό ‘εργαλείο’ στη θεραπεία είναι ο εαυτός μας.
Ο ψυχοθεραπευτής χρειάζεται να κάνει χρήση της γνώσης που έχει με τον δικό του τρόπο, μα περισσότερο επιβάλλεται να χρησιμοποιεί τον εαυτό του για να καταλάβει τον ασθενή του και να βρίσκει τους καταλληλότερους τρόπους παρέμβασης.
Η θεωρητική γνώση προσφέρει έναν σημαντικό οδηγό, μα δε μπορεί να δημιουργήσει την αυθόρμητη διαδικασία στη θεραπευτική αλληλεπίδραση. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει σενάριο για το τι συμβαίνει μέσα στη θεραπεία.
Επιπλέον, η ενσυναίσθηση -ένας όρος που πολυχρησιμοποιείται πια και στην καθημερινή ζωή- αποτελεί θεμέλιο λίθο στη θεραπεία. Ο ενσυναισθητικός θεραπευτής συναντά στον θεραπευόμενό του ορισμένα σημεία/χαρακτηριστικά του εαυτού του, που αποτελούν βασικό πυλώνα για την μετέπειτα θεραπεία του θεραπευόμενου και την περαιτέρω ανάπτυξη του ψυχοθεραπευτή.
Ο βιωματικός χαρακτήρας της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας μας υπενθυμίζει πάντα πως δε μπορώ απλά ‘να κάνω’ ψυχοθεραπεία, αλλά χρειάζεται ‘να γίνω’ ψυχοθεραπευτής και να φέρω τον αυθεντικό εαυτό μου μέσα στην ψυχοθεραπευτική εργασία.
Αυτός ο μετασχηματισμός του ‘γίνομαι’ εμπλέκει ενεργά τον εαυτό στις εσωτερικές διεργασίες και αποτελεί, ίσως, το βασικότερο στοιχείο για την ανάπτυξη της ταυτότητας του ψυχοθεραπευτή. Έτσι, λοιπόν, το τι κάνω μετασχηματίζεται στο ποιος είμαι.
Δύο βασικές έννοιες στον ψυχικό χώρο ενός ψυχοθεραπευτή είναι το ‘φροντίζω’ και το ‘νοιάζομαι’. Ενέργειες οι οποίες, κατά κύριο λόγο, είναι συνυφασμένες με τη μητρική παρουσία και τον μητρικό ρόλο.
Ο ψυχοθεραπευτής, όπως και η μητέρα, φέρει πάντα μέσα του -σε κάποιον βαθμό- τον κάθε θεραπευόμενό του. Ο θεραπευόμενος υπάρχει, ζει και μεγαλώνει στον ψυχικό χώρο του ψυχοθεραπευτή, όπως η μητέρα που δε σταματά να ‘κουβαλά’ μέσα της το παιδί της, στην καρδιά της και στις σκέψεις της, σχηματίζοντας σε κάθε στάδιο της ζωής του σκέψεις, συναισθήματα, ανησυχίες, προσδοκίες, διλήμματα.
Αυτή η συμβολική ζωή, στον εσωτερικό κόσμο του ψυχοθεραπευτή, αποτελεί τη συνέχεια της θεραπείας του θεραπευόμενου, πέρα και εκτός της θεραπευτικής αίθουσας.
Και αυτό είναι περισσότερο απαιτητικό απ’ όσο μπορεί κανείς να φανταστεί, καθώς η ζωή του θεραπευτή δεν περιορίζεται στον αριθμό των θεραπευόμενων που φροντίζει. Κλείνοντας την πόρτα του γραφείου, τον περιμένει η προσωπική και οικογενειακή ζωή, η κοινωνική ζωή, ο μοναδικός-δικός του ψυχικός κόσμος, που και αυτός ως άνθρωπος φέρει διλήμματα, δυσκολίες, έγνοιες, άγχη, φόβους, ανησυχίες, όνειρα και προσδοκίες.
Ο ψυχοθεραπευτής ως επαγγελματίας αλλά και ως πρόσωπο, φέρει μέσα του πολλαπλούς κόσμους, τους οποίους καλείται να επεξεργάζεται, να συσχετίζει, να συνδέει, να μετουσιώνει, να επουλώνει, και -εν τέλει- να συν-χωρεί.
Η κατανόηση και η φροντίδα του άλλου δε δύναται να είναι αληθινή και αυθεντική, αν πρώτα δεν περάσει από την εσωτερική κατανόηση και φροντίδα του εαυτού του. Και αυτή η διαδικασία αφενός είναι επίπονη, αφετέρου μακροχρόνια-πορεία και στάση ζωής θα έλεγε κανείς- που οδηγεί αργά και σταθερά στη διεύρυνση των ψυχικών ορίων. Μέσα από αυτή τη διεργασία καταφέρνει να συμπεριλάβει, να κρατήσει και να φωτίσει τόσο τη δική του ύπαρξη όσο και των θεραπευόμενων του.
Στη σημερινή σύγχρονη κοινωνία, όπου η ψυχική ασθένεια αυξάνεται, η μοναξιά και η απομόνωση έχει γίνει τρόπος ζωής και η οργή με την επιθετικότητα ο βασικός τρόπος έκφρασης του ανθρώπου, μας γίνεται φανερό πως ο άνθρωπος ως πρόσωπο και ύπαρξη χρειάζεται φροντίδα και νοιάξιμο. Μια φροντίδα προσανατολισμένη στις μοναδικές του ανάγκες, που θα δοθεί η δυνατότητα να γίνει το πρόσωπό του ορατό, να διακριθεί η ομορφιά, οι ικανότητες, τα ταλέντα του, πέραν των αδυναμιών του. Να προσανατολιστεί προς το δικό του νόημα απέναντι στη ζωή. Και αυτό ίσως και να λέγεται αγάπη προς τον συνάνθρωπο.
Ο ψυχοθεραπευτής έχοντας έναν φυσικό, εσωτερικό προσανατολισμό προς τον άνθρωπο και την κοινωνία, μοιάζει να λειτουργεί ως μιαν άλλη μητέρα του κόσμου, προς τους ανθρώπους που συνεχίζουν να χρειάζονται ένα τρυφερό βλέμμα παραπάνω.
Ἐάν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καί τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δέ μή ἔχω,
γέγονα χαλκός ἠχῶν ἤ κύμβαλον ἀλαλάζον..
-Προς Κορινθίους Α' Επιστολής του Αποστόλου Παύλου-
