Τι κινεί τα χέρια που γράφουν και ζωγραφίζουν;

Μια ανάγνωση του βιβλίου «Το χρώμα της σπουδής» του ζωγράφου Χρόνη Μπότσογλου.

της Ειρήνης Κοκκορού, Κοινωνικής Λειτουργού, Εικαστικής Ψυχοθεραπεύτριας παιδιών και εφήβων επί πτυχίω.

Περίληψη

Ο Χρόνης Μπότσογλου σε αυτό το βιβλίο καταγράφει την ιχνηλασία του στον τόπο της εικαστικής δημιουργίας, καταθέτοντας την υποκειμενική διαδρομή του στη μετακίνηση από τη θέση της ανημπόριας στην αναγνώριση της αδυνατότητας.

Οι ημερολογιακές σημειώσεις που συνοδεύουν τη ζωγραφική του, επιχειρούν να αρθρώσουν και να εξανθρωπίσουν κάτι από «τον τρόμο μπροστά στη ζωγραφική, ότι όλα ζωγραφίζονται αν δεν φοβηθείς την ωμότητά τους»[i]Η γλώσσα είναι μια μεταφορά, όπως και η ζωγραφική.Η «σπουδή» ως μια υποκειμενική θέση απέναντι σε αυτόν τον τρόμο, αναδεικνύει αυτό που κάθε φορά διαφεύγει και δεν είναι δυνατό να ειπωθεί ούτε να αναπαρασταθεί εικαστικά εξ ολοκλήρου, αυτό το κάτι, το «άφατο» που κινητοποιεί την επιθυμία του να συνεχίζει να κάνει τέχνη.

 

«Έτσι λοιπόν ενώνονται όλα σε ένα!»

«Όλοι εμείς οι αμύητοι είχαμε ανέκαθεν μεγάλη περιέργεια να μάθουμε από πού αντλεί το υλικό της αυτή η τόσο παράξενη προσωπικότητα ο ποιητής [..] αλλά και πώς καταφέρνει να μας προκαλεί με αυτό τέτοια συγκίνηση, να μας διεγείρει με τρόπο για τον οποίο δεν είχαμε καν διανοηθεί ότι είμαστε ικανοί». (Freud, 2011). Ερώτημα με το οποίο ξεκινά ο Freud το κείμενο «Ο ποιητής και η φαντασίωση». Το βιβλίο «Το χρώμα της σπουδής» του ζωγράφου Χρόνη Μπότσογλου, είναι ένας τόπος όπου ο /η αναγνώστης/στρια μπορεί να διερευνήσει κάτι από αυτό το ερώτημα ως προς τη σπουδή, την α-πορία, την οδύνη, τον τόκο, το άγγιγμα της τέχνης. Τι κινεί τα χέρια που γράφουν και ζωγραφίζουν, που κατασκευάζουν κάτι της τάξης μιας επινόησης, που ποιούν κάτι εκεί που δεν υπάρχει τίποτα; «Τα χέρια μου ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω αν τα κινεί το μάτι ή το «σκοτεινό» της επιθυμίας»[ii] καταθέτει ο Χρόνης Μπότσογλου.

Η λέξη «σπουδή» παρουσιάζει ενδιαφέρον σε σχέση με το αίνιγμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αποδίδει την ενέργεια του σπεύδω, την ώση της επιθυμίας για γνώση αλλά και το προ-σχέδιο του εικαστικού έργου, προοίμιο της εικαστικής πράξης ως μιας «διαδικασίας της μνημείωσης»[iii] όπως το τοποθετεί ως αντικείμενο μέσα στη γενεαλογική σειρά ο Χρόνης Μπότσογλου.

Η «σπουδή» διατρέχει τη δουλειά του. «Σπουδή στον έρωτα», «Σπουδή στη μνήμη», «Σπουδή στο μαύρο» η ενότητα ποιημάτων που συνόδεψε την ενότητα των έργων του «Σπουδή στη μοναξιά» για την οποία σημειώνει: «Ίσως η μόνη σπουδή που σ’ αυτόν τον χώρο (της αναπαράστασης) έγινε και προχώρησε, όχι τόσο από την έρευνα στη ζωγραφική, όσο κυρίως στο χώρο των λέξεων. Μέσα από τον ατέρμονο κύκλο της συνεχούς αναπαράστασης, αυτά τα κρυπτικά και διπλά ποιήματα που ο τελευταίος στίχος του ενός γίνεται πρώτος στίχος του επόμενου, για να μου γνωρίσουν μικρές γωνίες του χώρου της μοναξιάς, στον ανήλιαγο τόπο όπου κατοικεί τι; Άλλωστε όλα αρχίζουν με ένα υστερόγραφο το οποίο θα μπορούσε και να μην είχε διαβαστεί ποτέ».[iv]

mpotsoglou arthro

Εικόνα 1 Υστερόγραφο_Από τα "κρυπτικά και διπλά ποιήματα" της ενότητας ποιημάτων "Σπουδή στο μαύρο"

Για τον Χρόνη Μπότσογλου η εικαστική πράξη δεν αρκεί από μόνη της να μορφοποιήσει, να νοηματοδοτήσει, να ενοποιήσει. «Τα πράγματα της ψυχής μονάχα με λέξεις που πονάνε στο σώμα μπορείς να μιλήσεις. Έτσι λοιπόν ενώνονται όλα σε ένα!» [v].

Η ρωγμή και το «ρεύμα της ζωής»

Μέσα από την αυτοπαρατήρηση της εικαστικής του «περιπλάνησης» στην εικαστική αναπαράσταση, ο Μπότσογλου βρίσκεται μπροστά στην αναθεώρηση της αντίληψης του ως προς το ότι «η εικαστική φαντασία μπορούσε να καλύψει τα κενά που άφηνε η λεκτική εικόνα»[vi] . Συναντά την έλλειψη, το κενό, τη «ρωγμή», αυτό που κάθε φορά ξεφεύγει της αναπαράστασης, όπως ξεφεύγει και μέσα από τις λέξεις, μια ρωγμή που καλύπτεται έντεχνα από το πέπλο της μεταφυσικής. «Προχτές ο Ψυχοπαίδης ρωτούσε αναιρώντας (σωστά) τις μεταφυσικές μου ανησυχίες: “Μήπως εντέλει είναι η σχέση λόγου-εικόνας;”»[vii].

Ο Μπότσογλου αναγνωρίζει ότι είναι οι λέξεις που συνοδεύουν την εικαστική μορφή, που την στηρίζουν και τη διασώζουν εν τέλει από τη διάλυση, την απονέκρωση, παρά το γεγονός ότι όλα δεν μπορούν να ειπωθούν, όλα δεν μπορούν να αναπαρασταθούν ή ακριβώς χάριν αυτού: «Μόνο σε λίγες μεριές και μέσα από τις ρωγμές του λόγου, καμιά φορά κάτω από την κάλυψη και την καλλιέπεια, νιώθεις το ρεύμα της ζωής, το αίμα που κυλά»[viii].

«Πατρίδα είναι ο χρόνος όπου ριζώνουμε καθώς οι τόποι ταξιδεύουνε συνέχεια»

Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ο Μπότσογλου μας εισάγει στο πώς η γλώσσα εγγράφει στον συμβολικό, στον θεμελιώδη χώρο της αναπαράστασης, εκεί που η απουσία περιέχει την υπόσχεση της παρουσίας. Διαισθητικά στρέφεται στην παρατήρηση της παιδικής δημιουργικής σκέψης ως να γνωρίζει αυτό που έχει σημειώσει ο Freud: «Δεν θα ήταν εύλογο να αναζητήσουμε τα ίχνη ποιητικής δραστηριότητας ήδη στο παιδί;» (Freud,2011).

«Έχω καταγράψει ένα διάλογο με την κόρη μου Ελίζα, η οποία τότε ήταν πέντε χρονών», σημειώνει ο Μπότσογλου και συνεχίζει αναφερόμενος σε ένα διάλογο που παραπέμπει σε αυτό που συμβολικά αναπαριστάται σε εκείνο το παιδικό παιχνίδι της εμφάνισης και της εξαφάνισης, του Fort – Da[1].Όπου ανάμεσα στο Εδώ – Fort και στο Εκεί –Da, βρίσκονται οι υποκειμενικές πηγές της συμβολικής λειτουργίας. «Μέσω της λέξης – που είναι ήδη παρουσία φτιαγμένη από απουσία – η ίδια η απουσία έρχεται και προσλαμβάνει όνομα σε μια πρωταρχική στιγμή, την αέναη αναδημιουργία της οποίας συνέλαβε η μεγαλοφυΐα του Φρόυντ στο παιχνίδι του παιδιού. Και από αυτό το συντονισμένο ζεύγος της παρουσίας και της απουσίας, το οποίο επίσης συγκροτείται επαρκώς από το ίχνος πάνω στην άμμο της απλής και της διακεκομμένης γραμμής, των μαντικών κούα της Κίνας, γεννιέται το σύμπαν του νοήματος μιας γλώσσας, εντός του οποίου θα έρθει να ενταχθεί το σύμπαν των πραγμάτων»(Λακάν,2005).

«Ελίζα: Υπάρχουν λέξεις που είναι πράγματα και άλλες λέξεις που τις φανταζόμαστε. [..] Όταν λέω Χρόνης και είσαι εδώ, είσαι εσύ. Όταν δεν είσαι εδώ, τότε φαντάζομαι τη λέξη. Ήταν η εποχή που η Ελίζα ανακάλυπτε τον κόσμο και τη γλώσσα, και διάφορες παρατηρήσεις, όπως αυτή εδώ που κατέγραψα, δείχνουν την προσπάθεια της να κατανοήσει αυτή τη σχέση. Αν δεν είχα καταγράψει αυτόν τον διάλογο, σίγουρα θα είχε ξεχαστεί».[ix] Ξεδιπλώνει αυτή τη σκέψη του στις επόμενες σελίδες, σημειώνοντας πως η φαντασία πληρώνει τα κενά της μνήμης «η φαντασία που ξεκινά από την επιθυμία και τρέφει την επιθυμία»[x]. Και διερωτάται: «Η μνήμη αναπαράσταση της επιθυμίας;»[xi]

Με τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του, ο Χρόνης Μπότσογλου μιλά για το θεμελιώδες αποτύπωμα που η γλώσσα αφήνει στον άνθρωπο και που η καταγωγή του είναι «ο χρόνος όπου ριζώνουμε καθώς οι τόποι ταξιδεύουνε συνέχεια»[xii], τον αποκαλεί «πατρίδα» και μας συστήνει έτσι κάτι από την «προέλευση της αίσθησης του ανοίκειου από το απωθημένο οικείο»(Freud,2009). Η εισαγωγή του κάθε υποκειμένου στον λόγο, στο συμβολικό δηλαδή, έχει επίπτωση, υπάρχει πάντα κάτι που ξεφεύγει από αυτό το συμβολικό, που δεν μπορεί να προσεγγιστεί με όρους γλώσσας, αυτό που στην λακανική ψυχανάλυση ονομάζεται πραγματικό και που μέσω της τέχνης ο καλλιτέχνης επιχειρεί να περισφίξει: «Στην τέχνη πάντα γίνονται επιλογές, γι’ αυτό μένει πάντα ένα ανεκπλήρωτο, ακόμη κι αν αυτά που έχουν επιλεγεί φτάσουν στα όρια τους»[xiii].

Την επίπτωσή της γλώσσας στο υποκείμενο, ο Χρόνης Μπότσογλου την αναδεικνύει μέσα από μια ανάλογη παρατήρηση που αφορά πάλι στην κόρη του, την Κυβέλη αυτή τη φορά: «Έτσι κατάλαβα την κουβέντα που είπε η Κυβέλη όταν ήταν πολύ μικρή: «Όταν είμαι λυπημένη, κοιτάζω το ψαράκι μου, τα χρώματά του. Με παρηγορεί, γιατί δεν μπορώ να το πιάσω» (μιλούσε για το πολύχρωμο χάρτινο ψαράκι που της φέρανε δώρο και το κρεμάσαμε κάτω από τη λάμπα). Και κατάλαβα ακόμη ότι υπάρχει μια σκέψη που αναπτύσσεται παράλληλα με την καθημερινή πρακτική σκέψη και επειδή αυτή η σκέψη κατευθύνεται προς τη ζωγραφική, την ονομάζω εικαστική σκέψη. Και έχει να κάνει με το άπιαστο που επιχειρεί να εικονίσει η τέχνη της ζωγραφικής πάντα».[xiv]

«Καμιά αναπαράσταση δε χωρά τα πάντα»

Το πράγμα υποτάσσεται στη λέξη .Μιλάω σημαίνει ότι αναλαμβάνω αυτή την απώλεια, «η επιθυμία καθ’ αυτή για να ικανοποιηθεί στον άνθρωπο απαιτεί να αναγνωριστεί στο σύμβολο ή στο φαντασιακό με τη συμφωνία του λόγου. [..] Έτσι το σύμβολο εκδηλώνεται ως φόνος του πράγματος και αυτός ο θάνατος συνιστά εντός του υποκειμένου την διαιώνιση της επιθυμίας του»(Λακάν,2005).

Ο Χρόνης Μπότσογλου στην υποκειμενική διαδρομή της εικαστικής του ιχνηλασίας αναγνωρίζει το όριο της αδυνατότητας να λεχθούν ή/και να αναπαρασταθούν όλα: «Καμιά αναπαράσταση δε χωρά τα πάντα».[xv] Προσδίδει στη φαντασίωση τη λειτουργία που της αναλογεί στην ύφανση της ζωής: «Ποτέ μέχρι σήμερα δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω κάποιο προδιαγραμμένο πλάνο δουλειάς, δηλαδή τη φαντασίωση του ενθουσιασμού της πρώτης προσέγγισης. Γιατί ποτέ η ζωή δεν ανταποκρίνεται στις φαντασιώσεις μας, όμως τρέφεται από αυτές, αποκτά συνείδηση του εαυτού της, φαντασιώνει τον εαυτό της για να αντέχει»[xvi]

Ο Χρόνης Μπότσογλου αρθρώνει ένα δομικό ερώτημα σε σχέση με την τέχνη του: «Πώς αρχίζεις και πώς επιστρέφεις στο σώμα του έρωτα;[xvii] [..]Υπάρχει ένας διχασμός που δεν έχει να κάνει με τα πολλαπλά πρόσωπα της επιθυμίας μας, αφού έτσι άλλωστε η ερωτική επιθυμία στοχεύει στην πλήρωσή της, υπάρχει ένας χώρος που δεν εκφράζεται, και άρα δεν έχει θεατρικότητα, είναι ο χώρος της μοναξιάς μας, της απόλυτης μοναξιάς μας, τον οποίο το πρόσωπο δεν αναγνωρίζει και δεν αποδέχεται.[..] μια «μαύρη τρύπα»[..] Ένα χάος δέους που για να το κοιτάξω έκλεινα τα μάτια πετρωμένος από τρόμο, τον αρχέγονο τρόμο. Και με τη γνώση ότι αν κοιτάξω σίγουρα θα τυφλωθώ, σίγουρα δεν υπάρχει κανένα έργο, καμιά μετάθεση-μεταφορά για να κρατηθώ. Άλλωστε πώς να μεταφερθεί αυτό που δεν έχει φαίνεσθαι;» [xviii].

Μπροστά σε αυτή τη «μαύρη τρύπα», η σπουδή, η γνώση, μοιάζει να είναι ένας τρόπος, ώστε να μην «πετρώσει» ο άνθρωπος, να υπάρξει ζωντανός εκεί που «ερειπώνει η φωνή»[xix] και ερημώνει το σώμα.

Ο Χρόνης Μπότσογλου στην τέχνη του συναντιέται με το αδύνατο, όπως αυτό αναδύεται μέσα από την επανάληψη και το επείγον της εικαστικής πράξης: «Η ανάγκη επανεγγραφής και διόρθωσης του επαναλαμβανόμενου λάθους με οδήγησε στη διατύπωση μιας ζωγραφιάς παλίμψηστης, όπου το όριο της δυνατότητάς μου είναι μέχρι να τρυπήσει το χαρτί»[xx]

Υπάρχει ένα σημείο, ένα όριο πάνω στο οποίο προσκρούει, υπάρχει κάτι που επαναλαμβάνεται, που ενεργείται και ενεστοποιεί αυτό που είναι αδύνατο να συμβολοποιηθεί: «Όμως ένα υλικό δεν ξεχωρίζει από αυτό που ζωγραφίζει. Και η επιλογή του κινείται ανάμεσα, «μεταξύ»[..]της επιθυμίας και του τυχαίου, «μεταξύ» της συνειδητής επιλογής και της αντίφασης, «μεταξύ» του τυχαίου και της απόρριψης. Έτσι λοιπόν όριο μένει το ξεκίνημά του; Ναι! Γιατί και η ίδια η ζωή ορίζεται από το ξεκίνημά της, ακόμη κι αν σε πατήσει κάπου στη μέση το τρένο. [..] Η ζωή είναι αυτή που είναι, μια συνολική συμπαντική δύναμη, όπου καθένα ζωντανό ζει την αδυναμία του. Έτσι και τα έργα των ανθρώπων και η τέχνη που είναι συνολικό έργο ανθρώπων».[xxi]

Βιβλιογραφία

Μπότσογλου Χρόνης, «Το χρώμα της σπουδής», εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα:2005.

Ζακ Λακάν, «Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση», Εκκρεμές 2005.

Freud Sigmund, «Το Ανοίκειο», εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα:2009.

Freud Sigmund, «Ο Ποιητής και η Φαντασίωση», εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα:2011

 

[1] Όπως το κατέγραψε ο Freud Sigmund στο έργο του «Πέρα από την Αρχή της Ηδονής» ο μόλις ενάμιση έτους εγγονός του επινόησε ένα παιχνίδι. Πετούσε από την κούνια ένα ξύλινο κουβάρι σπάγκο. Έλεγε «ford» ρίχνοντας την κουβαρίστρα εκτός του οπτικού του πεδίου και κρατώντας την άκρη του σπάγκου την επανέφερε προς το μέρος του αναφωνώντας «da». O Freud θεώρησε πως το παιχνίδι της εξαφάνισης και της επιστροφής ήταν ο τρόπος με τον οποίο το παιδί διαχειριζόταν το άγχος που του προξενούσε η απουσία της μητέρας του. Ο έλεγχος που ασκούσε πάνω στην εμφάνιση και την εξαφάνιση ενός αντικειμένου, το βοηθούσε να εξασφαλίσει την επιστροφή του αντικειμένου και με αυτό τον τρόπο να καταστήσει τη μητέρα εικονικά παρούσα. Το παιχνίδι «Fort – Da», αντιπροσωπεύει μια συμβολική πράξη εκ μέρους του παιδιού που χρησιμοποιεί ένα αντικείμενο (την κουβαρίστρα) και εννοεί κάτι άλλο (την απούσα μητέρα).

 

[i]Μπότσογλου Χρόνης, «Το χρώμα της σπουδής», εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα:2005, σελ.21

[ii] Το ίδιο, σελ.214

[iii] Το ίδιο,σελ:154.

[iv] Το ίδιο,σελ.175.

[v] Το ίδιο, σελ.73,74.

[vi] Το ίδιο,σελ:135.

[vii] Το ίδιο, σελ:134.

[viii] Το ίδιο, σελ.47.

[ix] Το ίδιο,σελ.12-13.

[x]Το ίδιο, σελ:157.

[xi]Το ίδιο, σελ:154.

[xii] Το ίδιο, αφιέρωση του ιδίου στην αρχή του βιβλίου.

[xiii] Το ίδιο, σελ. 68.

[xiv] Το ίδο,σελ.230

[xv] Το ίδιο, σελ.192

[xvi] Το ίδιο,, σελ.193.

[xvii] Το ίδιο, σελ:183.

[xviii] Το ίδιο, σελ.173.

[xix] Το ίδιο, στίχος από το ποίημα του Χρόνη Μπότσογλου «Υστερόγραφο-Ερχόμαστε μαντατοφόροι» της ποιητικής ενότητας «Σπουδή στο μαύρο», σελ.175.

[xx] Το ίδιο, 111

[xxi] Το ίδιο,11

Σχετικά Άρθρα