Σωματική Ψυχο - [Ανοσία]

Της Τίνας Σπανού, Οικογενειακής Συμβούλου – Εικαστικής Ψυχοθεραπεύτριας

Εικόνα: Έργα από ασθενή με ψωρισιακή αρθρίτιδα

Το παρόν άρθρο είναι αποτέλεσμα συνεχούς σκέψης και αναστοχασμού γύρω από τα ζητήματα της σωματοποίησης με αφορμή μια παλαιότερη εργασία σχετική με την αποτύπωση του συμπτώματος στην εικαστική δημιουργία.

Μια από τις πρώτες φράσεις που λένε οι θεραπευόμενοι στην αρχή της εικαστικής ψυχοθεραπείας είναι ότι δεν ξέρουν να ζωγραφίζουν και ότι έχουν να ζωγραφίσουν από παιδιά. Το παιδί ή το «βρεφικό» μέσα στον ενήλικα φέρνει στη σκέψη κάτι όμορφο, κάτι που αφορά αυτή την αρχική, πρωτόγονη μορφή του ανθρώπου. Συνδέει αναπαραστάσεις μιας αρχαϊκής ρευστής ακόμη κατάστασης, ριζωμένης στην προέλευση της ενδοψυχικής ζωής τροφοδοτούμενης με την ενέργεια της Libido.

Στις θεραπείες μέσω τέχνης μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την παραπάνω σκέψη ως αυτόν το «βρεφικό» παιχνιδιάρικο χώρο, που οι ίδιοι οι θεραπευόμενοι επικαλούνται, ως τον χώρο αυτόν, τον μη ομιλώντα (όπως τα βρέφη δε μιλούν)όπου, πριν αρχίσουν να λεκτικοποιούν, χρησιμοποιούν άλλες μορφές έκφρασης επιτυγχάνοντας έτσι το συμβολισμό.

Το βρέφος είναι ασυνείδητο, είναι εγγεγραμμένο στο δέρμα μας, στην ισορροπία του σώματος, φυσικά στη σεξουαλικότητά μας και κυρίως στα όνειρά μας. Γνωρίζουμε για τις πρώιμες και βαθιές ψυχικές καταστάσεις μόνο μετά την έλευση των μετασχηματισμών και των διεργασιών. Το βρέφος όμως εξακολουθεί να ισχύει για τις επιλογές ή τις απορρίψεις μας. Είναι το θεμέλιο της ανάπτυξής μας, άμεσα συνδεδεμένο με την ωρίμανση της ψυχικής λειτουργίας, η οποία σταδιακά απομακρύνει τον άνθρωπο από την κυρίαρχη επιταγή της αρχής της ευχαρίστησης [1].

Τα ανθρώπινα μωρά γεννιούνται αβοήθητα και εξαρτώνται πλήρως από ένα περιβάλλον φροντίδας. Αντιμετωπίζουν πρωτόγονους αγώνες, ανησυχίες, προστατεύουν τον εαυτό τους με προβολές, σχάση και αποσύνδεση [2].

Συναντιούνται επίσης με μια μητρική φιγούρα που ικανοποιεί τις ανάγκες τους, διεγείρει τις κινήσεις και προσφέρει έναν καθρέφτη που θα δημιουργήσει μια αίσθηση του εαυτού, το Εγώ – σώμα.

Το Εγώ - σώμα δίνει σχήμα στο Εγώ, την αίσθηση ενός δέρματος, περιτυλίγματος, την αίσθηση του στόματος και του πρωκτού, με την ικανότητα αποβολής της απογοήτευσης και του πόνου σε ένα δεκτικό αντικείμενο τη μητέρα, η οποία ενεργεί ως προστατευτική ασπίδα έναντι των ερεθισμάτων, απαραίτητη για τη διατήρηση της εσωτερικής ισορροπίας στην ψυχική λειτουργία του παιδιού. Υπάρχει μια αμοιβαία συμπερίληψη των σωμάτων της μητέρας και του παιδιού. Έτσι αναπνευστικά προβλήματα ή δερματικές διαταραχές μπορούν να έχουν σχέση με τον τρόπο που έχουν ληφθεί και μετασχηματιστεί πρωτόγονες επιδράσεις από το μητρικό αντικείμενο. Το ίδιο το μωρό θα σκιαγραφήσει την έλλειψη και παράλληλα θα προταθεί ως συμπλήρωμά της. Αυτό το τραυματικό μπορεί καταρχάς να νοηθεί ως στοιχείο ενός πρώιμου χρόνου, κατά τον οποίο εκφράζεται η απουσία αυτού που για το Εγώ του παιδιού θα έπρεπε να ήταν παρόν, για κάτι δηλαδή που δεν συνέβη την ώρα που έπρεπε να συμβεί [3]. Η έννοια της απουσίας στην πρώιμη παιδική ηλικία απεικονίζεται με την παραμέληση, την ένδεια της γονικής φροντίδας, αλλά και την αδυναμία του γονέα να ασκήσει τη λειτουργία και τον ρόλο του. Ως τραυματική εννοείται κάθε εμπειρία που, είτε εξαιτίας της έντασής της είτε εξαιτίας της επαναλαμβανόμενης και σωρευτικής της δράσης, προκαλεί μία διαταραχή στον τρόπο λειτουργίας της ψυχικής συσκευής. Ορίζεται λοιπόν, ως η εμπειρία που σε μικρό χρονικό διάστημα δίνει στην ψυχική ζωή ένα τόσο ισχυρό ερέθισμα, το οποίο δεν μπορεί να απαλειφθεί ή να τύχει της συνήθους επεξεργασίας, με αποτέλεσμα να καθίστανται αναπόφευκτες μόνιμες διαταραχές, αναφορικά πάντα με την ψυχική οργάνωση.

Πληθώρα ερευνών καταγράφουν τις σωματικές εγγραφές, οργανικές εκδη­ λώσεις/συμπτώματα που μπορεί να εμφανιστούν ως αποτέλεσμα μιας δύσκολης και εξαιρετικά αγχογόνου σχέσης μητέρας– βρέφους όπου τόσο η ιστορία όσο και τα σημαίνοντα που φέρει μέσα της η ίδια η μητέρα δρουν καταλυτικά. Επίσης, πλήγματα στο σωματικό σχήμα και στην εν γένει λειτουργία του σώματος μπορούν να λειτουργήσουν εξαιρετικά τραυματικά (π.χ. σοβαρές παιδικές μυοπάθειες κατά τις οποίες, ενώ έχει αποκτηθεί η κίνηση του σώματος, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα αυτή η δυνατότητα φθίνει και προοδευτικά χάνεται). Αν μάλιστα δεν μπορέσει να διαμεσολαβηθεί, να περάσει στον λόγο και να αναπαρασταθεί με κάποιον τρόπο όλο αυτό το έλλειμμα, τότε το παιδί παραμένει εκτεθειμένο στην τραυματική πηγή των ψυχικών διεγέρσεων χωρίς να μπορεί με κάποιον τρόπο να τις διαχειριστεί. Σηματοδοτείται έτσι το διάτρητο των αλεξιερεθιστικών δυνατοτήτων (η δυνατότητα δηλαδή του ατόμου να επεξεργάζεται και να αναπαριστά τις διεγέρσεις που διακινούν τον ψυχισμό του) [4], καθώς επίσης και μια βαθύτατη αλλοίωση της ψυχικής κινητικότητας των επενδύσεων (επένδυση –αποεπένδυση– επανεπένδυση). Η ένταση είναι ελεύθερη τότε να ξεδιπλωθεί ορμητικά μέσα στο ψυχικό όργανο και/ή το σώμα.

Τι απομένει από το βρέφος; Αισθητικά ίχνη, αναπαραστάσεις που επεξεργάστηκαν εκ νέου μετά τα αποτελέσματα αυτού. Εάν υπάρχει ακόμα ένα βρέφος, είναι «κάτω από το δέρμα μας» και φαίνεται να είναι πιο δημιουργικό από οδυνηρό. Η τάση για νόσο οφείλεται σε βασικές μετατροπές στην οικονομία των ενστίκτων, όταν το οδυνηρό επικρατεί. Η παιδική ηλικία, με το αδύναμο, ανώριμο και ανίκανο για αποτελεσματική αντίσταση Εγώ που την χαρακτηρίζει, είναι κατάλληλη για την ανάπτυξη «τραυμάτων». Αυτά οφείλονται στις ενστικτώδεις ενορμήσεις, στην ιδιοσυστασία και σε διεγέρσεις από το περιβάλλον.

Έχουμε δει την προοδευτική εξέλιξη των λεγόμενων Μοντέλων Σχέσεων Αντικειμένων, με παραλλαγές εντός αυτών, με μια σταδιακή μετατόπιση από την κεντρικότητα των λειτουργιών του Εγώ σε μια αυξανόμενη έμφαση στις δυναμικές λειτουργίες που πραγματοποιούνται από τον πυρήνα του Εαυτού, το οποίο δεν είναι μόνο ασυνείδητο, αλλά είναι επίσης μη λεκτικό, βασισμένο στο σώμα. Οι θεωρίες σχέσεων αντικειμένου υπογραμμίζουν τα επιτεύγματα στην πρώιμη ζωή και τη διάρθρωση των ψυχικών λειτουργιών, ξεκινώντας με την αναπαραστατική επεξεργασία οποιουδήποτε ερεθίσματος προέρχεται από το πλαίσιο των πρωτογενών αισθητικών-κινητικών εμπειριών που εμφανίζονται στη μήτρα της μητέρας. Αυτές οι αναπαραστάσεις εξελίσσονται σε όλο και περισσότερο συμβολικά και διαφοροποιημένα επίπεδα του εαυτού στη σχέση του με το αντικείμενο, διατηρώντας ωστόσο τη γενική υπόθεση ότι τα προηγούμενα επίπεδα των αναπαραστάσεων των αλληλεπιδράσεων αποθηκεύονται και καταγράφονται μόνιμα στο μυαλό και συνεχίζουν να φέρουν ένα κρίσιμο βάρος στην ψυχική ζωή του ατόμου [5].

Αυτός είναι ένας από τους λόγους που διευκολύνουν τώρα την κατανόηση, γιατί η ασυνείδητη λειτουργία των βρεφών επιμένει τόσο στο μεγαλύτερο παιδί, όσο και στον ενήλικα, και εκφράζεται και αποκαλύπτεται - μερικές φορές σε αόριστες μορφές, άλλες φορές σε εμφανείς μορφές - στη δυναμική μεταφοράς-αντίθετης μεταφοράς. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του Φρόιντ [6] ότι κάθε άτομο έχει ασυνείδητο ένα εργαλείο για να ερμηνεύσει το ασυνείδητο των άλλων είναι αρκετά συμβατός με το συμπέρασμα ότι η μη λεκτική εκφραστική ροή, που δεσμεύει το παιδί στον γονέα καθ 'όλη τη διάρκεια της ζωής, εξακολουθεί να είναι πρωταρχικό μέσο ανταλλαγής σχεσιακής συναισθηματικής επικοινωνίας που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται διαισθητικά. Η επαναδιαπραγμάτευση της μεταβίβασης των έμμεσων αναμνήσεων, κατά τη διάρκεια της θεραπείας, είναι όλο και πιο απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτρέψει στον ασθενή να έχει μια μετασχηματισμένη διαπροσωπική εμπειρία, έτσι ώστε να είναι σε θέση να χτίσει ψυχαναλυτικό μυαλό, που μπορεί τελικά να βιώσει ψυχικά αυτό που δεν έχει βιώσει ως τώρα. Εάν αυτό που δεν μπορεί να θυμηθεί ισχύει, και μόνο προφανώς εκεί όπου ισχύει υπάρχει δράση, με μόνη αναπαράσταση στο σώμα, αυτό που χρειάζεται είναι να δοθεί η εικονικότητα, ώστε να βρούμε ακολουθίες αναπαράστασης που προβλέπουν το συμβολικό και αντιπροσωπεύουν τον μοναδικό πιθανό τρόπο για να δώσουμε φωνή σε μια μη καταπιεσμένη, αλλά ακόμα σιωπηλή και χωρίς λέξη, ενδοψυχική παιδική διάσταση.

Η ανακάλυψη του εαυτού στον καθρέφτη, μετά από το καθρέφτισμα της μητέρας, περιγράφει ένα νέο επίπεδο αυτογνωσίας και εγκαινιάζει μια διαδικασία διαφοροποίησης. Το σώμα πια δεν αποτελεί την προέκταση των επιθυμιών του σώματος της μητέρας αλλά είναι του ίδιου του παιδιού, πάντα όμως σχετιζόμενο με την πρώτη μητρική αναπαράσταση.

Η εδραίωση μιας σταθερής, συνεκτικής νοητικής αναπαράστασης του σώματος αποτελεί σημαντικό βήμα αυτής της περιόδου. Οι εικόνες, η αυτο-εμπειρία του σώματος έρχονται να σχηματίσουν την αίσθηση του εαυτού συνολικά, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για μια εσωτερικευμένη αίσθηση του ψυχικού εαυτού. Αυτή η σύνθεση του ψυχικού με το σωματικό προσφέρει την εμπειρία της εσωτερικής ενότητας και της συνέχειας κατά την πάροδο του χρόνου και του χώρου. Το σώμα φαίνεται να αποτελείται από μια ομάδα εικόνων που δυναμικά επικεντρώνονται στις εμπειρίες αυτού.

Χωρίς μια σταθερή και με συνοχή ψυχική συσκευή η αίσθηση της αυτο-αναπαράστασης επηρεάζεται. Η αναπαράσταση του εαυτού χρειάζεται να βγει από το σώμα ως αυτο-εμπειρία και όχι τόσο ως μια συμβολική αναπαράσταση. Διότι οι ψυχοσωματικοί ασθενείς δεν αρνούνται κυρίως την επίγνωση του σώματος και του συναισθήματος, αλλά και τη διαφοροποίηση του συναισθήματος από τη σωματική αίσθηση, έχοντας δυσκολία να εκφράσουν με λέξεις τα συναισθήματα, να μπορέσουν να κάνουν το διαχωρισμό μεταξύ συγκινήσεων και σωματικής αίσθησης και να έχουν την ικανότητα για φαντασιωσική ψυχική δραστηριότητα [6]. Δεν μπορούν να συμβολοποιήσουν λεκτικά ή εξωλεκτικά τα σωματικά συμπτώματα, και έτσι χωρίς τη δυνατότητα ενεργοποίησης του γνωσιακού συστήματος, το σώμα παίρνει τη σκυτάλη και δίνει μια παθοφυσιολογική απάντηση.

Για να μπορέσει κάποιος να δει μέσα στον εαυτό πρέπει να πάει έξω από αυτόν. Η ασθένεια θέτει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με την έξω εικόνα και θεωρητικά είναι η ευκαιρία του να τον πλησιάσει [7]. Η νοηματοδότηση μέσω του εικαστικού και της γλώσσας που το συνοδεύει μιλάει για αυτήν την ύπαρξη του τραύματος και της ασθένειας. Δίνοντας χώρο σε αυτή την παιδική και παιγνιώδη διαδικασία ο θεραπευόμενος επανέρχεται απέναντι σε ένα νέο καθρέφτη, αυτοδημιουργούμενο, όπου ανακαλύπτει το διαρρηγμένο από το τραύμα Εγώ-σώμα και δίνει τη δυνατότητα στον εαυτό να δομήσει εκ νέου την ψυχική του ανοσία έναντι στην επανάληψη μέσα από την ασθένεια.

Βιβλιογραφία

[1] Ανζιέ Ν., (2003) “Το Εγώ-Δέρμα”, Μτφρ. Δ. Τσαρμακλή, εκδ. Καστανιώτης

[2] Φρόυντ Σ., (1991) “Τρία Δοκίμια για τη Σεξουαλικότητα”, Μτφρ. Λ. Αναγνώστου, εκδ. Επίκουρος

[3] Mahler M. (1975) “The Psychological Birth of the Human Infant: Symbiosis and Individuation”, Hutchinson & Co

[4] Pirlot Gerard and Corcos Maurice, 2012, “Understanding alexithymia within a psychoanalytical framework”, Int J Psychoanal 93:1403–14

[5] Guignard Florence, (2020)”Psychoanalytic Concepts and Technique in Development”, Routledge

[6] Αϊζενστάϊν-Αβέρωφ Μαρίλια (2018) “Ένα Ψυχαναλυτικό Ταξίδι”, Μτφρ. Γιώργος Καλομοίρης, Εκδόσεις Αρμός

[7] Segal Hanna, (2005) “Dream, Phantasy and Art”, Bruner-Routledge Taylor & Francis Group

Σχετικά Άρθρα