«Ως παιδιά υπήρξαμε όλοι Τηλέμαχοι, όλοι περιμέναμε έναν πατέρα να γυρίσει από τη θάλασσα»
Λίγα λόγια για τη συζήτηση που ακολουθεί
Το κείμενο που ακολουθεί προέκυψε από τη συζήτηση που είχα με τον Στέφανο Ρόκο με την αφορμή της έκθεση του στο μουσείο Μπενάκη με τίτλο «Stefanos Rokos, Nick Cave & The Bad Seeds, No More Shall We Part, 14 paintings 17 years later[i]». Τα 14 ζωγραφικά έργα της έκθεσης είναι εμπνευσμένα από τα 12 τραγούδια του δίσκου «No More Shall We Part» του Nick Cave (παρουσιάστηκε στο κοινό το 2001) και των δύο b-sides του άλμπουμ. Τα έργα δημιουργήθηκαν την περίοδο 2016-2018 και είναι όλα μεικτή τεχνική σε χαρτί. Στο κείμενο έχει διατηρηθεί το α’ ενικό πρόσωπο σε μια προσπάθεια να παραμείνει «ζωντανός» ο άμεσος προφορικός λόγος του ζωγράφου, όπως προέκυψε αβίαστα στην ιδιωτική ατμόσφαιρα του εργαστηρίου του, στη διάρκεια μιας εξομολογητικής συζήτησης κι όχι μιας συνέντευξης. Δεν προχώρησα σε αναφορές με συνδέσεις από τη θεωρία της ψυχολογίας αφήνοντας αυτή την πνευματική εργασία του αναστοχασμού στον αναγνώστη του κειμένου.
Στέφανος Ρόκος: Άκουγα ένα τραγούδι και «έβλεπα» κάτι, όπως έρχεται μια εικόνα
Γράφω αυτό το κείμενο σήμερα Κυριακή 16 Ιουνίου, είναι η «γιορτή του πατέρα». Δεν μπορώ διόλου να συγκεντρωθώ Υπάρχει ένας ανεμιστήρας στο χώρο, κάνει τόση φασαρία που νομίζω πως ένα ελικόπτερο προσγειώνεται αδιάκοπα μέσα στο γραφείο. Ή απογειώνεται. Πάντως ούτε φεύγει, ούτε μένει αυτό το φανταστικό ελικόπτερο, αλλά ταλαντεύεται ο ήχος, ο δυσάρεστος, ο διασπαστικός ήχος του ανεμιστήρα μέσα στην αποπνιχτική ατμόσφαιρα του μεσημεριού. Το εργαστήριο του Στέφανου Ρόκου βρίσκεται στο πατρικό σπίτι, ενώ γειτνιάζει με το εργαστήριο του γλύπτη πατέρα του. Καθώς έφευγα πια, άκουσα μουσική να έρχεται από το δικό του χώρο και ελαφρά χτυπήματα σε μέταλλο, σημάδι ότι δούλευε. Η αναφορά αυτή γίνεται περισσότερο γιατί είναι ίσως (ίσως) σημαντικό να σημειώσω πως ο πατέρας του Στέφανου Ρόκου έχει ίδια μέρα και χρονιά γενέθλια με τον δικό μου πατέρα, ο οποίος πέθανε πριν από 16 χρόνια. Γνωρίζονταν στενά και πάντα διασκέδαζαν με αυτή τη σύμπτωση. Οι συμπτώσεις δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται, γεγονός που ελπίζω πως αναδύεται μέσα από το λόγο που ακολουθεί, την ιστορία του ζωγράφου Στέφανου Ρόκου.
«Το άλμπουμ «No More Shall We Part» κυκλοφόρησε το 2001 Ήμουν 24 χρονών, φοιτητής στο Λονδίνο τότε. Από την πρώτη στιγμή σκέφτηκα κάποιες εικόνες. Το πρώτο που έκανα ήταν μια ξυλογραφία για το “Sorrowful Wife”. Και μετά από 17 χρόνια ξεκίνησα τα άλλα έργα. Αυτό δεν μου είχε συμβεί και ούτε συνέβη ξανά από τότε. Είχα όμως στο μυαλό μου πως αυτό το πράγμα πρέπει να γίνει, είναι θέμα ανάγκης. Άκουγα ένα τραγούδι και «έβλεπα» κάτι, όπως έρχεται μια εικόνα, όταν έρχεται μια ιδέα, μια έμπνευση που λένε καμιά φορά, εγώ την έμπνευση τη λέω ιδέα, ήταν σαν να είχε δημιουργηθεί μέσα από εμένα κι όχι τόσο από έναν εξωτερικό παράγοντα. Με αυτό τον τρόπο έγινε «δική μου» και η μουσική και οι στίχοι. Η πρώτη αντίδραση ήταν, ακούγοντας τη μουσική να σκεφτώ μια εικόνα, στη συνέχεια διαβάζοντας τους στίχους άρχισα να προσθέτω ή να αφαιρώ πράγματα. Ήταν δηλαδή όχι μόνο η μουσική, αλλά και ο λόγος όσο και η ερμηνεία φυσικά του Cave, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύει τους στίχους του, οπότε λειτουργούσε και σαν ένα βοήθημα πολλές φορές να βρίσκω λύσεις εικαστικές. Το 2001 το άκουσα πρώτη φορά το άλμπουμ, αλλά το 2014 το συζήτησα με τον Jim Sclavuno[ii]. Αρχές Φεβρουαρίου του 2016 ξεκίνησα να φτιάχνω τα συγκεκριμένα έργα. Τέλειωσα όλα τα έργα το 2018, γι’ αυτό και ολόκληρος ο τίτλος της έκθεσης είναι «Stefanos Rokos, Nick Cave & The Bad Seeds, No More Shall We Part, 14 paintings 17 years later». Μεσολάβησαν περίπου 15 χρόνια, ευτυχώς που δεν έκανα τα έργα τότε το 2001, δεν ήμουν έτοιμος να αναμετρηθώ με το μουσικό έργο του Cave και το οποίο έχει συγκινήσει τόσο πολύ κόσμο. Είχα πει πως όταν θα είμαι έτοιμος θα το κάνω, χωρίς να βάλω όρια. Το 2015 όταν το ξεκίνησα ήξερα πως μπορεί να έπαιρνε χρόνια, πως ίσως να ήταν έτοιμα τα ζωγραφικά έργα το 2020 ή ακόμα πιο μετά.
Το άλμπουμ αυτό ήταν μια τομή στη δισκογραφία του Cave. Ήταν το πρώτο άλμπουμ που δημιούργησε καθαρός από ουσίες, είναι σαν να σηματοδοτεί την έναρξη της «καθαρής» ζωής του. Μέχρι πριν την κυκλοφορία του «No More Shall We Part» είχε φτάσει στα όρια της κατάρρευσης από τις ουσίες. Επίσης, στη διάρκεια της δημιουργίας αυτού του άλμπουμ γνώρισε και ερωτεύτηκε τη σύντροφο του, με την οποία είναι μαζί μέχρι και σήμερα. Αφιέρωσε όλο το άλμπουμ στη γυναίκα του, και άφησε το παρελθόν πίσω του. Ήταν τότε γύρω στα 44, τρία χρόνια πιο μεγάλος από όσο είμαι εγώ τώρα. Το άλμπουμ μιλά πολύ για το γάμο και τη συντροφικότητα, για το Θεό, τη θρησκεία, αλλά και τη σχέση του ζευγαριού με το Θείο. Με τη γυναίκα του έκανε δίδυμα αγόρια, αλλά το ένα από τα δυο, σκοτώθηκε τo 2015. Είχε βγάλει κι έναν πάρα πολύ ωραίο δίσκο, μόνο για το θάνατο του γιου του, είναι βέβαια πολύ «βαρύς» δίσκος, λέγεται «The Skeleton Tree», ο σταυρός δηλαδή. Τον επηρέασε αδιανόητα, έχει ανάγκη να έρχεται πιο κοντά με το κοινό του, τώρα κάνει ένα τουρ, μια συναυλία περίπου τρεισήμισι ώρες, όπου όποιος θέλει σηκώνει το χέρι του και τον ρωτάει κάτι. Το έχει «μοιραστεί» με το κοινό του και μιλάει για αυτό μόνο σε τέτοιες περιπτώσεις, είτε στη συναυλία είτε μέσα από το site[«Τhe Red Hand File» και ποτέ σε δημοσιογράφους.
Εγώ τι σχέση έχω με όλα αυτά; Είχαμε κάνει μια κουβέντα παλιά, θυμάσαι, λίγο μετά που πέθανε ο πατέρας σου, θυμάσαι που είχαμε συζητήσει κάποια πράγματα; [εκείνη τη στιγμή δεν το θυμόμουν, αργότερα όμως θυμήθηκα πως είχα επιμεληθεί ένα project σχετικά με την απώλεια και είχα ζητήσει τη συμμετοχή του]. Ήμουν φαντάρος τότε και δεν μπορούσα να πάρω μέρος στην έκθεση που ετοίμαζες [είπα είναι πολύ παλιά όλα αυτά, πολύ μακρινά]. Υπάρχουν πολλές περίεργες συμπτώσεις. Το άλμπουμ αυτό κυκλοφόρησε 4 Απριλίου του 2001 και τα εγκαίνια της έκθεσης μου στο Μπενάκη τώρα ήταν στις 3 Απριλίου χωρίς να το έχω προγραμματίσει. Να σου δείξω και αυτό όμως, είναι δυο έργα, στα οποία έχω φτιάξει δυο φίδια, χωρίς να υπάρχει στίχος που να αναφέρει κάτι τέτοιο. Και τα δυο τραγούδια χωρίς να το έχω προσέξει, ξεκινάνε σχεδόν με την ίδια φράση. Ήταν κάτι που το πρόσεξε ο γραφίστας της έκδοσης, ο Μανόλης Σπορίδης. Το ένα είναι το «Oh My Lord» όπου βλέπεις μια μάζα κάποιων ανθρώπων να προχωράει προς μια κατεύθυνση, ενώ το φίδι προχωρά στην αντίθετη κατεύθυνση και ξεκινάει αυτό το τραγούδι με το στίχο «Ι thought I’d take a walk today».

Και είναι και αυτό «Darker with the Day», είναι το έργο που μου ζήτησε ο Cave και του το έχω χαρίσει. Υπάρχει αυτό το φίδι που κρύβεται πίσω από τα λουλούδια και θα καταλήξει εδώ δεξιά κάτω, αλλά από όπου περνάει μαραίνονται τα λουλούδια. Και ξεκινάει και αυτό με το στίχο «As so with that, I thought I’d take a final walk». Ο Σπορίδης θεωρούσε πως το φίδι κάνει τη βόλτα

Εγώ είχα σκεφτεί πως στο «Oh My Lord» αυτός που κάνει τον περίπατο είναι αυτός που βλέπει το έργο, ο θεατής. Στο άλλο έργο ήθελα να δείξω πως υπάρχει το κακό αδιάκοπα σε όλες τις περιπτώσεις ακόμα και μέσα σε ένα κήπο, αν και όλα τελικά υπάρχουν σε μια ισορροπία. Οι στίχοι του Cave έχουν μια αφήγηση, μια κίνηση, όλα αυτά υπήρχαν από πάντα στα τραγούδια του, από όταν τον ανακάλυψα εγώ, όταν ήμουν δεκατριών, δεκατεσσάρων. Αυτή η αφήγηση, οι εικόνες που εμφανίζονται στους στίχους ήταν που μου άρεσε πολύ.
Στην έκθεση είχε έρθει ένας γιατρός, στενός οικογενειακός φίλος και μου είπε πως θα πρέπει οπωσδήποτε να έρθει να δει τα έργα και η ψυχολόγος την οποία βλέπω εδώ και χρόνια, μου την είχε συστήσει εκείνος. Κατά τη γνώμη του πάντα, φαίνεται πως η δουλειά μου είναι ένα είδος, ένα είδος δικής μου ψυχοθεραπείας, με έναν τρόπο πολύ πιο εμφανή από ότι σε άλλους καλλιτέχνες. Οι προβληματισμοί και ένα χάος που υπάρχει στο κεφάλι μου, ένα άγχος για πολλά πράγματα και ζητήματα βγαίνουν με προσωπικό τρόπο, σαν να μετουσιώνονται στην τέχνη μου. Πάντως, αν και το φίδι θεωρείται επιθετικό και άγριο ζώο, εγώ δεν το αντιμετωπίζω ως κάτι απόλυτα αρνητικό. Δεν με φοβίζει δηλαδή, δεν με τρομάζει, σαν να έχω μια οικειότητα μαζί του.
Την περίοδο που άκουσα πρώτη φορά το άλμπουμ, το 2001, ο Cave ουσιαστικά ξεκινούσε μια «καθαρή» ζωή, ερωτευμένος με τη γυναίκα του μέχρι και σήμερα, εγώ όμως είχα χωρίσει από μια σχέση που ήταν πολύ σοβαρή για εμένα. Σκέφτομαι τώρα πως ήταν ενδιαφέρον τότε, πως μέσα από ένα άλμπουμ το οποίο μιλά για την ουσία του γάμου και της σχέσης, ταυτίστηκα μέσα από ένα χωρισμό και μια μεγάλη στεναχώρια, μια σημαντική απώλεια. Μου έχει κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση πως πολλά χρόνια αργότερα ο Cave μέσα από τη χειρότερη απώλεια που μπορεί να συμβεί σε ένα γονιό, το θάνατο του δεκατετράχρονου γιου του, κατάφερε να βρει ένα δημιουργικό τρόπο να πενθήσει. Μοιάζει σαν η απώλεια αυτή, όσο φρικτή και να είναι, τελικά να ενώνει τους ανθρώπους, νομίζω πως είναι η τέχνη που το έκανε αυτό.
Δεν αισθάνομαι τώρα τουλάχιστον την ανάγκη να κάνω οικογένεια, να έχω παιδιά, έχω τρία φανταστικά βαφτιστήρια, τρία αγόρια. Τον μικρότερο, τον γιο της Μ.Μ., τον έχω ζωγραφίσει και σε ένα έργο της έκθεσης, στο πρώτο τραγούδι του Cave, όπου έξω από το παράθυρο συμβαίνουν πράγματα άσχημα αλλά και πάρα πολύ όμορφα, στα πολύ όμορφα είναι η σχέση μου με τον μικρό Α. έχω ζωγραφίσει μια πολύ μικρή λεπτομέρεια, εμένα και τον Α. να στεκόμαστε και να κουβεντιάζουμε. Αλλά είμαι καλός νονός δεν το λέω έτσι. Τον Cave από τότε που τον ανακάλυψα, στην εφηβεία, είχα νιώσει κάτι σαν «συγγένεια», φυσιογνωμικά μοιάζει και με τον αδελφό μου, ο Cave τότε το ’92 περίπου, ήταν ένας απόμακρος ροκ σταρ, χωμένος στα ναρκωτικά και βίαιος με το κοινό, είναι παράξενο που ένιωθα αυτή την οικειότητα, εννοώ στα εφηβικά χρόνια μου, η μουσική του ήταν για εμένα ένα καταφύγιο που μόνο εγώ καταλάβαινα, ήταν έξω από την οικογένεια μου, έξω από το σχολείο, από τα φροντιστήρια και τις παρέες μου, ήταν μια δική μου ανακάλυψη την οποία και οικειοποιήθηκα. Και ναι θα μπορούσα να πω, πως ήταν ένα είδος πνευματικού πατέρα.
Προσπαθώ να σκεφτώ κάτι που να μην είναι κλισέ για να απαντήσω στην ερώτησή σου για την τέχνη, αλλά νομίζω δεν μπορώ να το αποφύγω, γενικά δεν μπορώ καθόλου να αποκοπώ από το να κάνω τέχνη σε μια καθημερινή βάση, μέσα στην καθημερινότητα, δηλαδή δεν μπορώ να φανταστώ καθόλου να μην ζωγραφίζω ή να μην παρακολουθώ τέχνη, γιατί τη βλέπω όχι μόνο ως δημιουργός αλλά και ως θεατής, έχω διατηρήσει ανέπαφη μέσα μου την περιέργεια του fan, του θαυμαστή. Άρα, είναι τόσο συνυφασμένη με την καθημερινότητα μου η τέχνη, είναι ένα αναπόσπαστο στοιχείο και ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ τη ζωή μου χωρίς αυτό. Τέχνη είναι ένα μέσο έκφρασης, ένα μέσο για να ζήσει αυτός που τη χρειάζεται. Είναι ένας τρόπος για να έρχεσαι πιο κοντά σε πράγματα που θα σε πάνε ένα βήμα παραπέρα. Ένα εργαλείο είναι βασικά η τέχνη. Ένα εργαλείο για να προχωρήσεις λίγο παραπάνω. Ως άνθρωπος. Λίγο παραπάνω και λίγο παραπάνω. Και όχι μόνο όσο αφορά το συναίσθημα, αλλά είναι και ένας τρόπος ώστε να γνωρίσεις άλλους ανθρώπους.»
[i] Όλα τα έργα της έκθεσης, και τους στίχους των τραγουδιών μπορείτε να δείτε στοsite του καλλιτέχνη: https://www.stefanosrokos.gr/el/
[ii] Ο Jim Sclavunos είναι μέλος της ορχήστρας του Nick Cave, “The Bad Seeds”, και προσωπικός φίλος του Ρόκου.
Το φωτογραφικό υλικό δημοσιεύεται με την άδεια του καλλιτέχνη.
