της Ειρήνης Κοκκορού, Κοινωνικής Λειτουργού, Εκπαιδευόμενης Εικαστικής Ψυχοθεραπεύτριας
Ένα κομμάτι άδειο χαρτί
«Ιχνηλατώντας τον καλλιτέχνη μέσα μας»[i].[1] Ένα βιωματικό εργαστήρι που με το άκουσμά του με εισαγάγει στο άγνωστο. Ιχνηλάτης γίνεται κανείς όταν βρεθεί σε τόπο άγνωρο. Χωρίς χάρτη μάλιστα από ειδικούς χαρτογράφους ως τυφλοσούρτη.
Καλλιτέχνης με τη δόκιμη έννοια του όρου δεν είχα υπάρξει ποτέ.
Σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές είμαι σε θέση να παρατηρήσω ως μάρτυρας του εαυτού μου, την καλά δομημένη συλλογιστική με την οποία προσέγγιζα τότε αυτή την εμπειρία. Αν και είχε προηγηθεί ένα εισαγωγικό σεμινάριο στην εικαστική ψυχοθεραπεία, και είχαν κλονιστεί πολλές από τις μέχρι τότε βεβαιότητές μου, εξακολουθούσα να προτάσσω μια ακλόνητη λογική σκέψη. Υπό το βάρος της λογικής έναντι του βιώματος, θέση που χαρακτήριζε τον τρόπο μου να υπάρχω, βρέθηκα μπρος σε μια επιφάνεια την οποία καλούμουν να ζωγραφίσω.
Τόσο απλό. Τόσο πολύπλοκο. Ξάφνιασμα, αβεβαιότητα, αμηχανία. Κυρίαρχη μέσα μου η επιταγή να ανταποκριθώ στον άδειο χώρο γεμίζοντάς τον. Ανάγκη να γεμίσω το κενό. Χωρίς δοσμένη «συνταγή». Με όποιον τρόπο και υλικά ήθελα. Τρομακτικό για εμένα που μεγάλωνα κτίζοντας την ταυτότητα μου με έναν αδέκαστο τρόπο που δεν επέτρεπε κενά. Και να ‘μαι, μπροστά στον τρόμο του κενού. Οδηγούμενη από μια επιθυμία που, παρόλη την απεγνωσμένη επί χρόνια προσπάθειά μου, δεν κατάφερα να «μπουκώσω».
Η λογική μου παρούσα και βασιλεύουσα: «Ένα άδειο κομμάτι χαρτί είναι μόνο»
Δεν ήταν εύκολο να αναμετρηθώ με το άδειο. Πώς μαρτυρούν τη δυναμική της ενέργειάς μας τα ρήματα που επιλέγουμε να εκφράσουμε τις εμπειρίες μας! Από τη θέση της αναμέτρησης έμπαινα σε αυτή τη διαδικασία. Το άδειο κομμάτι χαρτί με καλούσε ως μια αρένα. Εντάξει λοιπόν, θα αναμετριόμουν μαζί του. Δεν ήξερα μόνο το πώς.
Μέχρι τότε αναμετριόμουν μια χαρά με τον εαυτό μου, με τους άλλους , με τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες, τις δυσκολίες και τις απολαύσεις της καθημερινής μου ζωής. Ήξερα τον τρόπο. Συσσώρευα μεθοδικά τα όπλα μου. Γνώσεις, εμπειρίες, ιδέες. Μα εδώ η φαρέτρα μου, ξέχειλη από τα λογικά τεκμήρια που θησαύριζα χρόνια, μου ήταν άχρηστη. Ήμουν μετέωρη. Καμία από τις παγιωμένες πρακτικές μου δεν μπορούσε να με βοηθήσει. Η άδεια επιφάνεια βρισκόταν μπροστά μου. Διαισθητικά αντίκριζα την έλλειψή μου. Στεκόμουν μπροστά στον τρόμο της έλλειψής μου. Δεν είμαι συμπαγής. Δεν είμαι άτρωτη. Σε αυτή την άδεια επιφάνεια αναγνωρίζω το κενό μου. Ισορροπώ επικίνδυνα πάνω του. Το «άδειο» το ερμηνεύω ως «κενό». Τρέμω ότι θα πέσω σε αυτό το κενό, ότι θα συντριβώ, θα διαλυθώ.
Ενδίδοντας στον καλλιτέχνη μέσα μου
Ακουμπώ στην πιθανότητα αυτή η άδεια επιφάνεια να μπορεί να είναι χώρος και όχι απαραίτητα κενό. Ίσως τότε θα μπορούσα να επιχειρήσω μια κατάδυση και όχι μια πτώση. Και να που τελικά – σαν να ‘χαν δίκιο – ανασύρεται ο «καλλιτέχνης» μέσα μου και με διασώζει από τον τρόμο του κενού. Αφήνομαι να διαλέγω χωρίς να σκέφτομαι υλικά και χρώματα και, τελικά, όχι μόνο δεν συντρίβομαι μα δημιουργώ κάτι από το τίποτα. Είναι σημαντικό αυτό το «από το τίποτα» για εμένα. Ζωγραφίζοντας, άρχισα να υποψιάζομαι πως αυτό το «τίποτα» ήταν η άγνωστη χώρα που καλούμουν να ιχνηλατήσω. Από αυτό το «τίποτα» ανάβλυζε κάτι τόσο ζωτικό που μπορούσε να με συνταράξει τις στιγμές της κατανόησης και της επίγνωσης.
Τόλμησα να βυθίζομαι κάθε φορά στο βίωμά μου, να το ανασύρω στην επιφάνεια και με τη βοήθεια της ομάδας να το κατανοώ στην αρχή της πραγματικότητας. Γυρνώντας λίγες αράδες πίσω, συλλέγω το ρήμα «γεμίζω» που επιλέγω για να κατονομάσω την εμπειρία μου. Το διασώζω μέσα από το πλήθος των εκφερομένων λέξεων. Μου αποκαλύπτεται η σημασία του «γεμίζω» για μένα. Η μεταμφίεσή μου. Το μοτίβο μου. Η τακτική μου. Γεμίζω την επιφάνεια με πολλά διακοσμητικά στοιχεία. Επιλέγω να κατονομάζω ως θέμα του έργου, ως πρωταγωνιστικό στοιχείο, όλα αυτά που φλυαρούν γύρω από το ισχυρό στοιχείο της εικαστικής κάθε φορά μαρτυρίας μου. Κτίζω το κενό μου, το τραύμα μου αριστοτεχνικά. Μα τώρα πια έχω την επίγνωση του τι κάνω. Δεν είμαι ακόμη σε θέση να ακουμπήσω το τραύμα. Μα το έχω καταθέσει εικαστικά. Το καταθέτω ξανά και ξανά. Μιλώ για αυτό συμβολικά ,αποτυπώνοντας το εικαστικά. Μοιράζομαι με τα μέλη της ομάδας το ανείπωτο. Ανοίγω με κάθε έργο κάθε φορά ένα παράθυρο στον πυρήνα μου. Τον ανεξερεύνητο εαυτό μου. Αυτό που θεωρούσα μέχρι χθες «τίποτα». Αυτό που με δονούσε υπόκωφα και που με οδηγούσε εν αγνοία μου, ενώ εγώ ήμουν απασχολημένη να το συγκαλύπτω. Από εμένα πρώτα. Έχω το θάρρος να το ιχνηλατώ. Να με ιχνηλατώ. Να αποκαλύπτομαι. Και να μοιράζομαι μέσω των έργων αυτή την αποκάλυψη και με άλλους συνοδοιπόρους. Ιχνηλάτες του δικού τους κόσμου. Να συνδέομαι μέσα από το μοίρασμα αυτό. Να συνδέομαι με εμένα την ίδια για πρώτη φορά. Και έτσι να αισθάνομαι πως μπορώ πια να συνδεθώ και με τους άλλους. Σε μια σχέση ανοιχτή, ανατροφοδοτική. Η αναμέτρηση δεν με αφορά πια. Η συσχέτιση είναι το ζητούμενο .
Τελικά το άγνωστο, το κενό, μπορεί να είναι και μια προοπτική. Περιστρέφομαι ξανά και ξανά γύρω από το κέντρο βάρους μου. Μου πήρε καιρό να το βρω. Περιστροφή αργή. Σαν το χορό του δερβίση. Περιστροφή ως ενεργή παρουσία εντός. Αντέχω να το κάνω. Δεν αποστρέφομαι πια την έλλειψή μου.
Το έργο- καθρέφτης
Ο τρόπος που χρησιμοποιώ τα υλικά στο εικαστικό έργο, μου δίνει πολλές πληροφορίες σε σχέση με την τονικότητα στις σχέσεις μου, τη μορφοποίηση τους, την πλαστικότητά μου, τις φόρμες και τις νόρμες μου. Η χειρονομιακή γραφή μου στα έργα, μου δίνει πληροφορίες για τις τάσεις μου. Τα μορφικά στοιχεία του έργου είναι ένα νέο γλωσσάρι του εαυτού μου. Κλειδιά που με ξεκλειδώνουν, καθώς διεισδύουν στην εικόνα. Τα λόγια των μελών της ομάδας για τα έργα μου, τα λόγια τα δικά μου για τα έργα τα δικά τους αποκαλύπτουν κι άλλες κλειδαριές μου. Λησμονημένες, σκουριασμένες στις κρύπτες μου. Κάτι κινείται όμως πια. Οι τριγμοί με παρηγορούν.
Το κάθε έργο ένας καθρέφτης. Σαν κι αυτόν του Λιούις Κάρολ στην «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων». Μέσα από «Το Τράνταγμα»[2] και «Το Ξύπνημα»[3] κατανοώ πως η εξωτερική πραγματικότητα είναι η εσωτερική μου πραγματικότητα ανεστραμμένη.
Στο τελευταίο έργο του εργαστηρίου ζωγραφίζω χωρίς υπεκφυγές εμένα. Σημειώνω στο εικαστικό ημερολόγιο:
«Νάμαι! Επιτέλους με κοιτώ απευθείας. Είμαι χαρούμενη που ξέρω τώρα ότι μπορώ να αλλάζω. Πως δεν υπάρχει καθολική εικόνα. Πως τα πάντα αλλάζουν. Συναισθήματα, πεποιθήσεις, θέσεις … Συμφιλιωμένη αρκετά με μένα, είμαι έτοιμη να με γνωρίσω ξανά και ξανά. Επιτέλους, το κεφάλι μου είναι πιο ανάλαφρο. Ξεφορτώθηκα το περσινό καπέλο, τα βαρίδια έπεσαν στην ποδιά μου. Θα τα κρατώ όσο ακόμη τα χρειάζομαι. Θα αλαφραίνω και θα ομορφαίνω σιγά σιγά. Νοιώθω επιτέλους μια αίσθηση ελευθερίας».
Είναι αξιοσημείωτο ότι το έργο αυτό, αν και δεν το φωτογράφισα κι ούτε το έχω για να το κοιτώ, είναι ολοζώντανο μέσα μου. Και η συνομιλία μας είναι διαρκής.
Κι όλα ξεκίνησαν από ένα κομμάτι άδειο χαρτί. Και πριν βρεθώ μπρος του «ζούσα καλά» μα τώρα «ζω καλύτερα»!
Βασίλισσα της δικιάς μου στιγμής. Παρούσα στο θέλω και στο δεν θέλω μου. Μάρτυρας της εσωτερικής ροής και της εξωτερικής παρουσίας μου στο χώρο .
Συμφιλιώνομαι με τον εσωτερικό κριτή μου. Γνωρίζομαι με τον εσωτερικό θεραπευτή μου. Αυτόν τον «καλλιτέχνη» που δειλά ξεκίνησα να ιχνηλατώ.
«‘Παρούσα’ φώναξε η Αλίκη και, έχοντας ξεχάσει πόσο είχε μεγαλώσει αυτά τα τελευταία λεπτά, σηκώθηκε τόσο βιαστικά, που παρέσυρε με την άκρη της φούστας της την έδρα των ενόρκων, αναποδογυρίζοντάς τους όλους πάνω στα κεφάλια του ακροατηρίου κι εκεί πεσμένοι, σαλεύοντας σπασμωδικά, της θύμισαν μια γυάλα χρυσόψαρα που είχε κατά λάθος αναποδογυρίσει την περασμένη βδομάδα[4]».
[1] Εργαστήρι του Κέντρου Τέχνης και Ψυχοθεραπείας, συντονίστριες: Α. Τρίμη & Τ. Σωτηρίου, 2013 – 2014.
[2] Κεφάλαιο του βιβλίου Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων & Μέσα απ’ τον καθρέφτη.
[3] Το ίδιο.
[4] Λ.Κάρολ, Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων & Μέσα απ’ τον καθρέφτη, σελ. 144, Printa.
