Συζήτηση με τη Μαρία Κόντη, Εικαστικό, Εκπαιδευτικό, Εικαστική Θεραπεύτρια επί πτυχίω
«Η αγωνία ήταν και είναι να καταφέρω να δω κάτι που δεν έχω ξαναδεί, όχι να ζήσω κάτι που δεν έχω ξαναζήσει. Μέχρι εδώ με έχει φέρει η ζωγραφική, και όχι γενικά η τέχνη»
Το εργαστήριο του ζωγράφου Ηλία Παπαηλιάκη είναι ένας ισόγειος, ψηλοτάβανος, λευκός σχεδόν τετράγωνος χώρος. Η γωνιακή τζαμαρία δεν είναι καλυμμένη. Ο κόσμος έξω βαδίζει στο πεζοδρόμιο, ίσως ρίχνουν κλεφτή ματιά στο εσωτερικό, αυτοκίνητα περνούν. Από τη στιγμή που μπήκα μέσα σε αυτό το διαυγές και διάφανο μοναστηριακό κελί δεν κοίταξα έξω, ούτε κατάλαβα πως πέρασε η ώρα. Η νέα δουλειά του ζωγράφου, τα μεγάλα λευκά τελάρα με τις καθαρές, σταθερές και προσεκτικά σχεδιασμένες καφέ γραμμές βρίσκονται γύρω στο χώρο. Δημιουργούν νέους «τοίχους», περάσματα ίσως, σε ένα συναίσθημα εξαιρετικά δύσκολο να το προσδιορίσω και να το μεταφέρω σε λέξεις. Συγκίνηση, να μια απλή λέξη.
Οι σύγχρονοι άνθρωποι έχουν φανερή δυσχέρεια να «δουν» την σπουδαία ζωγραφική, για λόγους που όλοι πια λίγο, πολύ αναγνωρίζουμε. Αποδίδουμε τη δυσχέρεια αυτή στον απαιτητικό ρυθμό της ζωής, στα εξαντλητικά ωράρια, στην απουσία ειλικρινών σχέσεων, μιας και η σωματική επαφή τείνει ουσιαστικά να αντικατασταθεί με την ψηφιακή. Η ζωγραφική, ειδικά όπως την «κάνει» ο Παπαηλιάκης είναι μια αρχέγονη επιστροφή.
Όλα όσα είπε, σε αυτή την ουσιαστικά δημόσια εξομολόγηση, αφορούν δυο πράγματα, την ύλη και το βλέμμα. Έγραψα τη λέξη «πράγματα» διόλου τυχαία, τη δανείστηκα μάλλον. Ο ζωγράφος τη χρησιμοποιεί για να περιγράψει σχεδόν τα πάντα, τις ανθρώπινες σχέσεις, τη ζωγραφική ύλη, τα συναισθήματα, συχνά στον ενικό «το πράγμα». Καθώς περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργεί το σχεδόν λευκό φόντο στη νέα σειρά έργων, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ πώς θα ήταν, αν ήταν ύλη η έννοια «περιέχον» του Bion. Ή ακόμα τι υφή θα είχε αν ήταν χειροπιαστό το Skin Ego του Didier Anzieu. Για τους εικαστικούς ψυχοθεραπευτές το κείμενο ενδεχομένως να αποτελέσει ένα «άνοιγμα» αναστοχασμού για το υλικό πάνω στο οποίο εργάζονται μαζί με τον θεραπευόμενο. Η ύλη είναι ο ζωτικός πυρήνας της εικαστικής ψυχοθεραπείας.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι σε α’ ενικό πρόσωπο, έχει διατηρηθεί ο προφορικός ρυθμός της φωνής του ζωγράφου. Στις αγκύλες υπάρχουν μικρές παρεμβάσεις προκειμένου να μη χαθεί το νόημα στη μορφή του γραπτού κειμένου. Η ίδια η απομαγνητοφώνηση αποτέλεσε συγγραφική εμπειρία για λόγους που νομίζω θα γίνουν κατανοητοί κατά την ανάγνωση. Η περιγραφή των έργων του ζωγράφου δεν συνοδεύεται πάντα από την ίδια την εικόνα του έργου, αυτή η «δουλειά» -άλλη μια λέξη που χρησιμοποιεί συχνά ο Παπαηλιάκης- ενός φαντασιακού σχεδιασμού αφήνεται στον αναγνώστη.
Ο γλύπτης και η κοιμωμένη, χρώματα λαδιού σε καμβά, 200x200cm, 2019
«Είχα ένα ατελιέ στο Μεταξουργείο, είχα ένα δωμάτιο που δούλευα
αυτό που έχει σημασία είναι πως ζούσα με τη δουλειά μου, δηλαδή συνέχεια από το πρωί μέχρι το βράδυ, στο ίδιο σπίτι, στην ίδια δουλειά και αυτό το θεωρώ μεγάλη ‘φασάρα’, γιατί παιχτήκανε όσα μπορούνε να παιχτούνε. Ζωή και τέχνη μαζί, η ζωή δεν με δυσκόλεψε, κυρίως η τέχνη με δυσκόλεψε, η ζωή μού φάνηκε πιο εύκολη, τώρα νομίζω τα έχω φέρει σε καλή ισορροπία γιατί μέχρι τώρα, μέχρι που ξεκίνησε αυτή η νέα δουλειά με τη γραμμή, δεν ήταν ισορροπημένη ήταν μόνο τέχνη και λίγο ζωή και αν περισσέψει κάτι, πραγματικά όμως δεν υπήρχε πολλή ζωή, νομίζω πως τώρα είναι καλύτερα τα πράγματα, μπορώ και να ζω, μπορεί και να περάσει μια μέρα που να μην έρθω, να μην τα δω [τα έργα], υπάρχει και περίπτωση να περάσει μια μέρα και να μην με απασχολήσει καθόλου να κάνω τέχνη, μια μέρα, μια μέρα είναι το μεγαλύτερο που έχω καταφέρει μέχρι τώρα, όχι ότι το ψάχνω, έχω συλλάβει τον εαυτό μου να σκέφτεται, όποτε μπορώ να έρχομαι στο εργαστήριο μου, θα ήθελα να το βάλω σε μια ροή άλλη, σε μια ρουτίνα άλλη όλο αυτό το σύστημα, όλο αυτό το πράγμα, το πώς ζω, το πώς δουλεύω.
»Έχει μεγάλη σημασία, γιατί αυτά τα έργα που βλέπεις τα κάνω σε μια μέρα, προσπαθώ να είμαι πολύ σύντομος, γρήγορος. Αυτά έχουν το ίδιο μέγεθος, είναι 2x2 είναι ακριβώς όπως ένας χώρος, δεν είναι πχ 1.60x1.60, αλλά ένα καθαρό τετράγωνο 2x2, το κάθε ένα έχει το δικό του χρώμα, οι φιγούρες είναι ή σε φυσικό μέγεθος ή λίγο μεγαλώνουνε, ανάλογα τη σύνθεση, υπάρχουν κάποιες μεγαλύτερες και κάποιες μικρότερες, εδώ είναι ο Γλύπτης και η Κοιμωμένη, είναι ο Χαλεπάς, είναι η φωτογραφία που την επισκέπτεσαι [την Κοιμωμένη] μετά από πολύ καιρό μετά από πολλά χρόνια, να ξαναδεί την Κοιμωμένη στο νεκροταφείο.
»Βρίσκω τις εικόνες στα βιβλία, αλλά και στο μυαλό μου έχω μια πολύ μεγάλη δεξαμενή εικόνων, τις θυμάμαι, δεν μπορώ να τις περιγράψω, μπορώ να πάω να την βρω, δεν μπορώ να μιλήσω για αυτή, αυτή ας πούμε μπορεί να είναι μια φωτογραφία που έχω δει πριν από δεκαπέντε χρόνια, κάπως την ‘κράτησα’, όταν ήρθε η ώρα την επανάφερα και την έκανα έργο».
[Αυτά τα έργα] «είναι δυο Σφίγγες ελληνικές, [για ένα άλλο έργο] αυτό είναι η πίσω πλευρά, η πλάτη από ένα ρωμαϊκό αντίγραφο, σε αυτό δουλεύω τη γλυπτική πολύ, αυτή η φιγούρα με ενδιάφερε γιατί ξεκλείδωσε πολλά θέματα σχετικά με τον νεοκλασικισμό, την είχε χρησιμοποιήσει ο Ενγκρ, ο Νταβίντ και ο Πικάσσο πάρα πολύ, και έψαχνα να βρω την καταβολή της, από που έρχεται αυτή η φιγούρα, γιατί δεν προέρχεται σίγουρα ούτε από τον 16ο αιώνα ή από τον 19ο ή 20ο και το πιο παλιό που βρήκα ήταν ένα δίπτυχο με μια Αφροδίτη που αναδύεται μέσα από το νερό και έχει δυο σκλάβες δεξιά και αριστερά που θα τη βοηθήσουν να βγει, αυτή είναι προφίλ εδώ στο κεφάλι, το σώμα είναι 4/4, στο πρωτότυπο υπάρχουν οι δυο σκλάβες αλλά εμένα με ενδιέφερε αυτό το κομμάτι από την αρχική εικόνα αναφοράς, μου άρεσε πολύ η προβολή του σώματος με αυτό τον τρόπο σε σχέση με το προφίλ».
[Αυτό] «θα μπορούσε να είναι και κύκνος αλλά θα μπορούσε να είναι και μια βαρυστομαχιασμένη πάπια κάπως, έχει αυτό το μακρύ λαιμό, μπορεί και βαρυστομαχιασμένος κύκνος, είναι δικιά μου σύνθεση, δεν είναι εικόνα που έχω βρει ή που έχω ανασύρει, την έχω μοντάρει ο ίδιος και ο τίτλος είναι Η απογοήτευση του αιγυπτιακού κόνδορα’, είναι ένα ξεπουπουλιασμένο πουλί που ακουμπά σε ένα σχήμα δεξιά, μπορεί να είναι και ένα κομμάτι βούτυρο ή ένα άλλο κομμάτι τυρί, κάπως πολύ “φαγητένιο“ και υπερμέγεθες. Χρειάζομαι μερικές φορές, πριν ζωγραφίσω μια εικόνα, χρειάζομαι να ζωγραφίσω το χώρο, ένα χώρο μέσα στο χώρο [του τελάρου].
»Σε αυτά [τα έργα] το έχω κάνει λιγότερο, το έχω κάνει κυρίως στο έργο με τον Χαλεπά και σε αυτό, βάζω αυτές τις δυο γραμμές που δημιουργούν ένα χώρο πάνω και κάτω, μέσα στην επιφάνεια του τελάρου και μετά ζωγραφίζω τη σύνθεσή μου, δεν ξέρω ακριβώς γιατί το κάνω, στην προηγούμενη φάση που ήταν μικρότερης διάστασης τα έργα μπορεί και να όριζα ένα ολόκληρο νέο τετράγωνο μέσα στο τετράγωνο ή ένα παραλληλόγραμμο μέσα στο παραλληλόγραμμο».
[Για ένα άλλο έργο] «αυτοί είναι δυο παλαιστές στην άμμο, αυτό [ένα άλλο έργο] είναι στην Αθήνα το 2018, ήμουνα με τον φίλο μου και τράβηξε μια φωτογραφία την Πρωτοχρονιά το βράδυ στο Σύνταγμα, είναι ο Άγνωστος Στρατιώτης, κοίταζα τη φωτογραφία και μου άρεσε, εκείνη την ίδια στιγμή όταν μου την έδειξε στο κινητό του είπα “είναι πολύ ωραία, μπορώ να την κάνω πολύ ωραίο έργο“και όταν ήρθε η ώρα το ζωγράφισα με τον τρόπο μου».
[Τα τελάρα] «τα παίρνω έτοιμα, τελαρωμένα, δεν αντέχω πλέον να τελαρώνω έχω κουραστεί πια, δουλεύω με ένα μουσαμά που μου αρέσει πολύ και δουλεύω χρόνια με αυτόν, τον χρωματίζω, για αυτό είμαι πιο ευχαριστημένος με τον τρόπο που το κάνω τώρα, που απλώνω την ύλη στην επιφάνεια και αποδίδω ένα χρώμα κάθε φορά, αυτό που χρειάζομαι, την εγγύτητα για να σχεδιάσω μέσα σε αυτό, είμαι τώρα πολύ ευχαριστημένος με αυτό το αποτέλεσμα».
[Το φόντο] «είναι λάδια, είναι λίγο όμως, είναι πολύ λίγο, χρειάζεται να το προσέξεις πώς είναι χρωματισμένο, μπορώ να σου δείξω πώς γίνεται, να στο περιγράψω, είναι μεγάλο μυστικό είναι μεγάλη ανακάλυψη, ουσιαστικά απλώνω ένα χρώμα με το πινέλο πολύ νεφτελιδίκο, μια λαζούρα δηλαδή και μετά έρχομαι με ένα πανί και αφαιρώ τα πάντα και είναι ότι μείνει από το χρώμα, φτιάχνω ένα φίλτρο δηλαδή για να μείνει το ελάχιστο, το πιο λίγο, σταματώ πάντως όταν δω ότι όλα τα μόρια έχουν κολλήσει καλά μεταξύ τους, μοιάζει με πέτρα γιατί νομίζω ότι διαχειρίζομαι σωστά την ύλη, τα μόρια δηλαδή για να φτιάξω αυτό το φίλτρο, σημαίνει ότι τα κολλάω σωστά μεταξύ τους και όπως αφαιρώ με το πανί και βγάζω, μένει, αυτό που χρειάζεται να μείνει πραγματικά, είναι αυτό που έχει βρει και το διπλανό του στοιχείο, όταν απλώνω το λάδι μπορεί να έχει πέσει παραπάνω ύλη ή μπορεί λιγότερη σε άλλο σημείο με τη βουρτσιά, με το πινέλο, τότε έρχομαι και το σκουπίζω με το πανί και αφαιρώ διαρκώς, είναι σαν να ανακατεύω πάνω στην επιφάνεια και σταματώ όταν νοιώσω πως όλο έχει την ίδια πυκνότητα, σαν να βάζω σε ένα ταψί λίγο λάδι με το χαρτί. Η ζωγραφική δεν φαίνεται πάντα, η ζωγραφική είναι μεγάλη πουτάνα γιατί η ίδια η ζωγραφική δεν επιτρέπει στο θεατή να δει τέτοια πράγματα.

Το κεφάλι του Βελουχιώτη, χρώματα λαδιού σε καμβά, 200x200cm, 2020
»Πρέπει να σου πω πως είμαι ένας ζωγράφος που όταν βλέπω ένα έργο τέχνης, μια ζωγραφιά, θα αργήσω πολύ να δω τι αναπαριστά, δηλαδή μπορεί να πάω δέκα φορές να δω ένα Τισιάνο και μετά θα σου πω ότι ήταν ένα πορτραίτο, βλέπω άλλα εντελώς πράγματα, την πυκνότητα της επιφάνειας, κινήσεις που μπορεί να έχει το χρώμα μέσα στην επιφάνεια, δηλαδή την εικόνα, αυτό που λέμε το πορτραίτο θα το δω πολύ αργότερα, δεν είναι το πρώτο που κοιτάζω, την ένταση που μπορεί να έχει το έργο και μετά, πολύ αργότερα μπορεί να δω το θέμα, μπορεί να εστιάσω σε μια λεπτομέρεια στον Καραβάτζιο ας πούμε, μια γραμμή μπορεί να με απασχολήσει πολύ, το χέρι πως ακούμπησε, πως μπήκε αυτό το πράγμα».
[Για τη γραμμή] «αυτό που μπαίνει από πίσω, αν τελικά μπει σωστά, τότε χρειάζεται να απομακρυνθώ γιατί είμαι ταυτισμένος σε τέτοιο βαθμό -λέω εγώ προσπαθώντας να καταλάβω τον εαυτό μου- όταν απομακρυνθώ και δω ολόκληρη την επιφάνεια βλέπω κανονικά τη σκηνή μέσα σε αυτό το πράγμα, οπότε τότε μου είναι πάρα πολύ εύκολο να πάρω το πινελάκι μου και λέω, από τη στιγμή που βλέπω την εικόνα, λέω στον εαυτό μου τι είναι αυτό που χρειάζομαι, δεν χρειάζεται να χρωματίσω κάτι άλλο, τότε απλά ξεκινώ και γράφω κανονικά, γι’ αυτό και δεν επανέρχομαι, δεν σβήνω, είναι πολύ σημαντικό αυτή η επιφάνεια να ενεργοποιηθεί με αυτό τον τρόπο, έχω δομήσει μια μέθοδο η οποία μου διασφαλίζει ότι μπορώ να ξεκινάω και να τελειώνω γρήγορα, μετά μπορώ να γυρίζω σπίτι μου και να συνεχίζω τη ζωή μου είναι η πρώτη φορά που το ζω σαν εμπειρία αυτό.
»Νομίζω ότι αν δεν ερχόταν αυτή η στιγμή θα τρελαινόμουν, δεν θα την πάλευα, ήμουν και είμαι πάρα πολύ μέσα σε αυτό παιχνίδι, ήταν πολύ μεγάλη η ανάγκη, είναι μόνο προσωπικοί οι λόγοι δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο, ήταν το 2017 μια φάση που καταλάβαινα πως κάτι πρέπει να κάνω, στα μέσα του ’17, ήταν μια στιγμή που επαγγελματικά ήμουν καλά, έδειχνα στο Κάσελ στη Documenta, είχα δείξει ένα δύσκολο έργο πολύ, ένα έργο με τον Παζολίνι σκοτωμένο, εκείνα τα έργα τότε που είχα δείξει στη γκαλερί Έλικα ήταν έργα οριακά για μένα».

Το πορτραίτο του P.P.Pazolini, χρώματα λαδιού σε καμβά, 38x45cm, 2015-1017
«Αυτό το έργο με τον Παζολίνι είναι μια φωτογραφία από τη μέρα που τον βρήκαν δολοφονημένο, που τον βρήκε η αστυνομία, ήταν λιωμένος, πατημένος, πάρα πολύ άγρια δολοφονία και η εικόνα είναι άγρια, είναι τα έργα του Παζολίνι πολύ επιθετικά, πώς ζούσε αυτός ο άνθρωπος δηλαδή, δεν βρήκε ίχνος αγάπης μέσα του είναι αυτή μια αλήθεια και πέθανε κι έτσι, σε εκείνη τη φάση εγώ ήμουν ταυτισμένος με αυτό το “πρότυπο“ -αν θέλεις- με αυτή την εικόνα, τα πράγματα είχαν φτάσει σε σημείο που κάτι έπρεπε να γίνει, δεν μπορούσα. Στη δουλειά διαπραγματεύομαι τον εαυτό μου κάθε φορά, δουλεύοντας την “έχω παλέψει“, δεν την “έχω παλέψει“ούτε με τις καριέρες, ούτε με τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες, με την ίδια τη δουλειά, αυτή καθαυτή, αυτή είναι η αλήθεια.
»Όταν ήμασταν στο Κάσελ εγώ δεν έβλεπα πως μπορεί να υπάρξει επόμενη μέρα, ούτε καν η ίδια μέρα, γύρισα στην Αθήνα συνάντησα ένα γκομενάκι, μου άρεσε και τσίμπησα, λέω κάτι γίνεται και άρχισα να παίρνω κουράγιο, είπα “κοίτα να δεις όλα είναι καλά“, είπα στον εαυτό μου “είναι ώρα να στρωθείς στη δουλειά τώρα“ να ξεκαθαρίσουν και μερικά πράγματα, ο έρωτας λοιπόν. Μπήκα τότε πολύ σοβαρά στη δουλειά ξέροντας ότι άφηνα πίσω ένα θέμα που έκαιγε, που αφορούσε τη συγκρότηση μου μέχρι εκείνη τη στιγμή, έπρεπε να φύγω πια από αυτή την εικόνα του σκοτωμένου Παζολίνι, του πατημένου κάτω και του γδαρμένου.
»Ο τρόπος που σκέφτομαι είναι δομικός, πάντα σκέφτομαι δομές, δεν σκέφτομαι συμπεράσματα, πιο πολύ με νοιάζει η δομή μιας εικόνας, πώς κατασκευάζεται μια εικόνα, τότε λοιπόν έφτιαξα μια σειρά από έργα αποτέλεσμα μιας πολύ σοβαρής δουλειάς και θεωρητικής επίσης για την ίδια τη ζωγραφική, τι σημαίνει φόντο, τι σημαίνει επίπεδο, άκουγα τον Ερωτόκριτο, είχε άμεση σχέση με την καταγωγή μου αυτό, είχε έρθει η ώρα όλα μαζί να τα ξαναδώ, πήγα πολύ πίσω βρήκα τη μάνα μου, τον πατέρα μου, βρήκα τη σχέση τους, η μητέρα μου ζει ο πατέρας μου όχι, πέθανε το 2009 και είχα φτιάξει ένα πολύ ωραίο έργο αμέσως μόλις πέθανε, σχεδόν στα χέρια μου, έφτιαξα ένα έργο με το νεκρό Παλαμά, είναι μια γνωστή εικόνα δούλεψα και έφτιαξα ένα πινακάκι.

Μια άλλη καταγωγή (Παλαμάς), χρώματα λαδιού σε καμβά, 33x43cm, 2011
»Σε αυτή τη νέα σειρά των έργων βρήκα όμως και άλλα πράγματα, με μια διαδικασία που δεν ήταν εύκολη ήταν αρκετά απαιτητική, γιατί έβγαζε διαρκώς δυσκολίες που έπρεπε να τις αναγνωρίσω καταρχήν, να τις αποδεχτώ για να προχωρήσω και άρχισε να εμφανίζεται ξανά σιγά σιγά το σχέδιο μου, η σχέση μου με τα υλικά, τι είναι αυτή η επιφάνεια, τι μπορώ να δω σε αυτή την επιφάνεια, αυτό ήταν πολύ δύσκολο να ελεγχθεί, γιατί όταν κοίταζα έβλεπα τα πάντα [στο λευκό χαρτί] και δεν ήξερα τι είναι αυτό που πραγματικά έπρεπε να κρατήσω, εκεί ζόρισα λίγο, γιατί κοίταζα κι έβλεπα ό,τι μπορείς να φανταστείς, σαν σχιζοφρενική εικόνα, την οποία όμως για κάποιο λόγο αισθανόμουν πως μπορούσα να τη “φέρω“, όμως υπήρξε μια δυσκολία, και εκεί νομίζω έφτιαξα το πρώτο έργο, όταν κατάλαβα πως αν συνεχιστεί αυτό για καμιά εβδομάδα ακόμη, πως αν συνεχίσω να παίζω αυτό το παιχνίδι με το “απέναντι“ και με εμένα, με όλο αυτό το συναίσθημα ανοιχτό, θα χανόμουν τελείως δεν θα είχε επιστροφή, τότε έφτιαξα το πρώτο έργο, είπα “η γραμμούλα είναι ένα λάσο μπαμ και κλείσε το“. Εκεί στο σκέτο χαρτί, στην άδεια επιφάνεια έβλεπα τα πάντα, αυτό το πράγμα αρχίζει να τραβά σιγά σιγά και δεν μπορούσα να ξεκολλήσω, να με ρουφάει, ήταν σαν ταινία κανονική. Όμως ακριβώς πριν να αναδυθεί το πρώτο έργο είχα κάνει κάτι άλλο …
» [Μου το δείχνει] αυτό το έργο είχε γίνει με κλειστά μάτια, είχα κλείσει τα μάτια μου και είπα “πολύ ωραία, φτιάξε“ μετά το έβαλα απέναντι και το κοίταξα, κι είπα “είναι κρίμα να χαθείς“, έχει μέσα του μια σειρά από εικόνες μια σειρά από σχέσεις έτσι το είδα, και μετά έφτιαξα το πρώτο έργο το πορτραίτο μιας μάνας, ήταν μια παραγγελία, ναι ήταν το πορτραίτο μιας μητέρας και μετά έφτιαξα έναν “πατέρα“ και αυτό ήταν μια παραγγελία, κάποιος το είχε ζητήσει, είχε πεθάνει ο πατέρας του, οπότε αφού έφτιαξα μια μάνα και ένα πατέρα, είχα φτιάξει ένα δίδυμο που για μένα είχε μεγάλη σημασία στη δομή μου».

Η αρχαϊκή μητέρα, το πορτραίτο της κ. Παγουλάτου, χρώματα λαδιού σε καμβά, 100x100cm, 2018
[Πόσο συναντιέται η γραμμή με το όριο, ή με τον αποχωρισμό;] «είμαι σε αυτή τη φάση του τετραγώνου, για μένα αυτά τα έργα είναι μια μεγάλη συμφιλίωση, αισθάνομαι με αυτά τα έργα, με αυτή την πορεία με αυτή τη διαδικασία πως αποδέχομαι ότι μέχρι ένα σημείο μπορώ να ρωτήσω πράγματα, αλλά δεν είμαι καθόλου υποχρεωμένος να δώσω τις απαντήσεις, αυτό αισθάνομαι, μπορεί να θέσω μια ερώτηση σχετικά με το σήμερα, σχετικά με τον χρόνο, με τον εαυτό αλλά, δεν είναι και απαραίτητο ότι πρέπει να την απαντήσω και ως προς αυτό αισθάνομαι πραγματικά πολύ ανακουφισμένος. Πρέπει να σου πω εμένα με πάτησε κάτω η μεγάλη μου επιθυμία να φτιάξω κάτι μέσα στη ζωγραφική, αυτό δεν θέλω να το ζήσει κανένας άνθρωπος μια εσωτερική πίεση, ήταν πάρα πολύ βαρύ για κάποιους λόγους προφανώς είχα μπει σε αυτό το τρυπάκι. Έχω πια πολύ χρόνο να κάνω άλλα πράγματα επίσης που δεν ήξερα πως γίνονται, να πάω διακοπές μια εβδομάδα κάπου σε ένα νησί με ήλιο δεν ήξερα πως γίνεται, το έκανα φέτος και θέλω να το ζήσω αυτό, έχω πράγματα που σκέφτομαι, καθώς φτιάχνω αυτά τα έργα, σκέφτομαι πως διαχειρίζομαι αφηρημένα νοητικά σχήματα, κοιτάζω την επιφάνεια ξανά γιατί πάντα ξανακοιτάζω την επιφάνεια, υπάρχουν θέματα ακόμη απροσδιόριστα».
[Για τα μαύρα σχέδια με μολύβι] «αυτά πραγματικά δεν ξέρω τι είναι, με το φτωχό μου μυαλό σκεφτόμουν ότι μπορεί να είναι και κομμάτια από ένα διαστημόπλοιο [ξεκαρδίζεται] είναι όμως η πολύ μεγάλη αγάπη για τα υλικά μου, ίσως να γίνουν κάτι, έχουν σχέση με πράγματα που έκανα πολύ παλαιότερα αυτό το ξέρω, ήταν μεγάλες επιφάνειες με μολύβια που κάτι έψαχνα εκεί μέσα δεν ξέρω, τότε ήμουν 24 ή 25 μάλλον τελείωνα τη Σχολή, σε καλή φάση ήμουν τότε, για μένα ήταν δύσκολα το τριάντα με πενήντα.

Ο αρχαϊκός πατέρας, μελέτη σε φυσικό μέγεθος του κ.Τσίγκου, χρώματα λαδιού σε καμβά, 200x200cm, 2018
»Για μένα η ζωγραφική ήταν ένα καθαρό πράγμα, ξεκινάς πάντα με καθαρά πινέλα, τα χρώματα, με οργανωμένη επιφάνεια. Έχω μεγαλώσει σε ένα χωριό από το οποίο έφυγα δεκαεφτά χρονών, ήταν ένα χωριό μικρό, ορεινό στην Κρήτη, οι γονείς μου ήταν αγρότες, γαιοκτήμονες δηλαδή, είχαν μεγάλη περιουσία αγροτική, είχα άλλα τρία αδέλφια, ήμουν ο μικρότερος, τότε στην Α’ δημοτικού πραγματικά μου άρεσε πολύ η ζωγραφική, την έβλεπα στα βιβλία, είχαμε βιβλιοθήκη στο σπίτι μας και πάω και λέω στον πατέρα μου “θέλω να γίνω ζωγράφος“, ήμουνα και ο μικρότερος, όποτε ήταν πολύ εύκολο να περάσω ό,τι ήθελα, αλλού έπεφτε το “χοντρό ξύλο“ στο πώς αντιλαμβανόσουν τον εαυτό σου, τι θα πουν οι άλλοι, τέτοια πράγματα, αλλά το αν θα γίνεις ζωγράφος ή οτιδήποτε δεν τους ένοιαζε ήταν άλλα τα πράγματα, ήταν παλιές οικογένειες αυτές στον τρόπο που λειτουργούσανε, απολύτως μητριαρχικές, γυναίκες όχι αστεία, πακτωλός γυναικών, είχαν αποφασίσει για σένα πολύ πριν καν γεννηθείς, τα πάντα όμως, θείες, ξαδέλφες, μανάδες όλες μαζί, έτσι ήταν παντοδύναμες γυναίκες, δυνατές πραγματικά δομημένες.
»Ο πατέρας μου είπε “εντάξει αφού θέλεις να γίνεις ζωγράφος πήγαινε εκεί στην εκκλησία έχει έναν τύπο που κάνει αγιογραφίες πήγαινε να του το πεις” ειλικρινά ήμουν Α’ δημοτικού, πάω, χτυπάω την πόρτα της εκκλησίας, μπαίνω μέσα, του είχε μιλήσει προφανώς ο πατέρας μου, λέει ο τύπος “καλώς τον έλα, κοίτα εδώ δουλεύουμε, μπορείς να έρχεσαι αλλά δεν θα μου μιλάς γιατί δεν είμαι εγώ τώρα για να πολυκουβεντιάζω και θα προσέχεις αν ανεβαίνεις στη σκαλωσιά να μην πέσεις, να είσαι καλά ντυμένος να μην κρυώνεις“. Πήγαινα και τον έβλεπα να ζωγραφίζει, αυτός λέγεται Νίκος Γιαννακάκης και αυτό που κατάλαβα για τη ζωγραφική βλέποντας αυτόν τον άνθρωπο, ήταν πως είναι ένας άνθρωπος μόνος του μέσα σε ένα μεγάλο δωμάτιο, μπροστά από έναν τοίχο και την παλεύει και είπα“τέλεια αν είναι αυτό θέλω να το ζήσω“ μου φάνηκε δικό μου πράγμα, ίσως προς διερεύνηση.
»Τώρα με τη δουλειά της γραμμής, δεν είναι σαν να γυρνάω αλλά, σαν να μην έφυγα ποτέ από αυτό το πράγμα, κάθε φορά που φτιάχνω κάτι μπορεί να είναι ένα πολύ απλό σχέδιο, αλλά ο εσωτερικός αυτοματισμός γυρνάει αμέσως εκεί, είναι μια στέρεη εικόνα που δεν με εγκατέλειψε, δεν χρειάστηκε να την αμφισβητήσω, την εποχή της μεγάλης προσωπικής διαπραγμάτευσης μπορώ να σου πω πως ήταν εκείνη εικόνα που δεν “μπήκε σε λογαριασμό“ δηλαδή η σχέση μου με τη δουλειά μου, ότι είμαι μόνος μου με ένα χαρτί και με ένα μολύβι μπροστά από μια επιφάνεια.
»Το πρώτο πράγμα που τον είδα να ζωγραφίζει σε μια κόγχη του Ιερού, έφτιαχνε με το μολύβι με γραμμές δηλαδή μια Ζωοδόχο Πηγή. Ακόμα και σε πολύ μικρή ηλικία μπορούμε να διατυπώσουμε πράγματα μέσα μας που ξέρουμε πως είναι έγκυρα, αυτή ήταν μια στιγμή που είπα “εδώ φίλε μου δεν παίζουμε, είναι όντως κάτι, έχεις βρεις κάτι“, εκείνη τη στιγμή είδα μπροστά μου αυτό που ήθελα. Μπορώ να σου πω, πως έχω εμπιστοσύνη στο βλέμμα μου. Η αγωνία ήταν και είναι να καταφέρω να δω κάτι που δεν έχω ξαναδεί, όχι να ζήσω κάτι που δεν έχω ξαναζήσει. Μέχρι εδώ με έχει φέρει η ζωγραφική, και όχι γενικά η τέχνη.»
